Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

«Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα - Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών»

«Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα
Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών»
του κ. Τριαντάφυλλου Σιούλη, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων
Πεποίθησή μας είναι πως κάθε κρίση, εν προκειμένω η πνευματική, θα πρέπει να αποτελεί ευκαιρία ανατροφοδότησης και ανασύνταξης με σκοπό την υπέρβασή της. Τελευταία το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στην εκπόνηση νέων προγραμμάτων σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει αλλαγές στο περιεχόμενο και το χαρακτήρα των μαθημάτων. Σε πρόσφατο Συνέδριο θεολόγων που έγινε στην Ηγουμενίτσα (23-11-2010) είχαμε μιλήσει για το θέμα αυτό προτείνοντας: «…όσον αφορά στο περιεχόμενο του μαθήματος και την απάντηση που πρέπει να δώσουμε. Τι κομίζει αυτή η χώρα ως πρόταση ζωής διαχρονικά που να ερμηνεύει τον πολιτισμό της να απαντά σε θέματα ουσιώδη του κοινωνικού, πολιτικού, προσωπικού γίγνεσθαι; Ποιο μοντέλο παιδείας είναι κατάλληλο με ποιον προσανατολισμό και με ποιο περιεχόμενο στα προγράμματα σπουδών προς την κατεύθυνση αυτή; Φρονώ πως το μάθημα των θρησκευτικών, ως προς το περιεχόμενο πρέπει να ανταποκρίνεται σε όλα τα παραπάνω. Δεν πρέπει να απομακρύνεται από γεγονότα και καταστάσεις που έχουν χρωματίσει αυτόν τον τόπο, τον έχουν χαράξει, τον έχουν χαρακτηρίσει διαχρονικά, του έχουν δώσει λύσεις και διεξόδους. Τελικά ένα σύγχρονο μάθημα θρησκευτικών δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να υποβαθμίζει ή να απαξιώνει την Παράδοση του με την οποία πορεύτηκε, επιτυχώς πανθομολογουμένως, ανά τους αιώνες. Διαφορετικά είναι σαν να κόβουμε το κλαδί του δένδρου πάνω στο οποίο καθόμαστε. Πιστεύω λοιπόν πως πρέπει να παραμείνει ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών.... Και για να μη παίζουμε με τις λέξεις, εννοώ χαρακτήρας χρωματισμένος με την κουλτούρα αυτού του τόπου όπως προανέφερα που να μη κινδυνεύει να διολισθήσει στην ρηχή, αποστεωμένη και επιφανειακή παρουσίαση ενός Ορθόδοξου χριστιανικού πολιτισμού αλλά να διατηρεί τον θεολογικό – παιδαγωγικό και ηθοπλαστικό του ρόλο, που να δίνει στήριγμα, όραμα, ελπίδα και απαντήσεις σε υπαρξιακά θέματα. Στην Ελλάδα ζούμε δεν ζούμε στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία ή την Αμερική. Παράλληλα όμως δεν μπορεί ένα μάθημα θρησκευτικών σήμερα να μην πληροφορεί τους μαθητές επαρκώς και για το θρησκευτικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο, δίνοντας τις αναγκαίες προεκτάσεις, ώστε να μπορούν να ερμηνεύουν συμπεριφορές, πράγματα και καταστάσεις, πολιτικές, κοινωνικές κ.λπ.».

Στηριγμένοι στο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου με τον ομώνυμο τίτλο (Στέλιου Ράμφου, Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα, Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών, Εκδόσεις Ακρίτας, Α΄ Ανατύπωση, Αθήνα 1999) συμφωνούμε πως «…η πρόταση καθ’ εαυτήν αποτελεί μια προβολή ελληνορθόδοξης αυτεπιγνώσεως, που επιχειρεί δυναμικά να αποτινάξη το επίχρισμα της τόσο συχνά ξενόφερτης επιστημοσύνης και εκλογικεύσεως, η οποία έχει αποξενώσει το μάθημα των Θρησκευτικών από το ουσιαστικό του αντικείμενο, την βιωματική δηλαδή προσέγγιση από τον μαθητή της αγιότητος και ανθρωπιάς, για να το μεταβάλη σε στείρο και ανιαρό αναμάσημα ιδεολογικοποιημένων αληθειών της πίστεως» και παρουσιάζοντας αποσπάσματα του βιβλίου καλούμε για έναν γόνιμο προβληματισμό. «Η σχολική διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεως ξεκινά από την αρχή ότι αποκάλυψις είναι η αγιότης και δευτερευόντως μόνο η παράδοση και η Γραφή. Άγιος δεν είναι κάποιο άτομο με δυνατότητες υπερκόσμιες, είναι ο άνθρωπος που μετενόησε, που εξεπλήρωσε τον σκοπό για τον οποίο οι χριστιανοί αγωνιζόμαστε και υπάρχει στην συνείδηση της Εκκλησίας ως παράδειγμα της εν Χριστώ ζωής. Η διδασκαλία τούτη απευθύνεται κατά συνέπεια κυρίως στο αίσθημα, σκοπεύει δε το καθόλου ανθρώπινο, είναι δηλαδή όσο το δυνατόν λιγώτερο βιβλιακή και όσο γίνεται περισσότερο άτυπη. ‘Άτυπη’ δεν σημαίνει απλώς λυτρωμένη από δουλειές σαν της βαθμολογίας ή των εξετάσεων, αλλά στενά συνδεδεμένη με τα ήθη της λαϊκής ευσέβειας. Τα ήθη και τα έθιμα γίνονται πρόξενος εκκοσμικεύσεως, όταν η πίστις, αντί να αναφέρεται σε αλήθεια υπερβατική, τίθεται στην υπηρεσία τους και όχι όταν εκφράζουν, καθώς στην περίπτωση του ελληνισμού, την αρχέγονη εκείνη συνυφή Εκκλησίας και κοινότητος, οπότε καθρεφτίζουν την λαϊκή ψυχή και την καθαρίζουν με τον αγιασμό της κοινής πίστεως. Εν αντιθέσει με τις κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, όπου η θρησκεία είναι υπόθεση ατομικού πιστεύω, η δε κοινωνία βασίζεται σε υλικά συμφέροντα και οικονομικούς νόμους, στην Ελλάδα, που η Εκκλησία ρίζωσε στην κοινότητα, η λαϊκή ψυχή εμπεδώνει με τα ήθη και τα έθιμα τον κανόνα μιας κοινωνικής ζωής διαφορετικής, μια συνοχή η οποία αναπαύεται στην ανιδιοτέλεια. Έτσι το μάθημα των Θρησκευτικών ξεπερνά την δεοντολογία της μεταδόσεως δογματικών αληθειών και αναδεικνύεται παράγων αντιστάσεως του εθνικού οργανισμού στον προϊόντα μαρασμό, ο οποίος κατά βάθος οφείλεται σε χωρισμό της κοινωνίας μας από την Εκκλησία …».

«Υπό το φως της αγιότητος, το μάθημα των Θρησκευτικών αποβάλλει τον χαρακτήρα ιστορικής αφηγήσεως του βίου των παθών και της αναστάσεως του Ιησού, που εξαντλείται σε γνωριμία περιστατικών και συναγωγή καλλιεργητικών υποκρισίας ηθοπλαστικών διδαχών, και κατ’ αυτό τον τρόπο εισάγει εκ των ένδον το παιδί στη ζωή της Εκκλησίας ως κοινωνίας πνεύματος, στην τετελεσμένη και αεί προοδεύουσα προοπτική της εσωτερικής μεταμορφώσεως. Όσο αναπτύσσεται το θρησκευτικό βίωμα, τόσο αναγνωρίζει το μυστήριο του Θεού και αποκρούει την εκλογίκευσή του, με αποτέλεσμα η απορρέουσα διδακτική και τα συναφή εγχειρίδια να μην αναφέρωνται στην τρέχουσα πραγματικότητα, αλλά στην εν Χριστώ ζωή».

«… η επαφή του παιδιού με την θρησκεία χρονολογείται από την πιο τρυφερή ηλικία, ενώ στις δύο πρώτες τάξεις αναπτύσσεται με όλες εκείνες τις ουσιαστικές αφορμές, που προσφέρει ο κύκλος των εκκλησιαστικών εορτών και η γνήσια μεταφυσική ανησυχία των μικρών μαθητών.

Στην Τρίτη Δημοτικού η διδασκαλία δεν παρακολουθεί ωρισμένο εγχειρίδιο, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, διότι προσαρμοζόμενη στον ψυχισμό του παιδιού, ο οποίος αναπτύσσεται σύμφωνα με ανθρώπινα πρότυπα και όχι με ιδέες, αποκτά έντονη προσωπική διάσταση. Συγκεκριμένα ο δάσκαλος αφηγείται βίους αγίων, συνδυάζοντας την τάξη του εορτοδρομίου με τα ονόματα των μαθητών του (για τους μη έχοντες επώνυμο άγιο καταφεύγει δημιουργικά στην χάρη των Αγίων Πάντων και των μυριάδων ανωνύμων μαρτύρων), επιμένει δε στην πνευματική ακτινοβολία και τα θαύματα των ανθρώπων του Θεού, για να διακρίνη μεταξύ γενεθλίων και φυσικής γεννήσεως και αναγεννήσεως του βαπτίσματος και να συνδέση μέσω του επώνυμου αγίου, το όνομα με τον σκοπό της ζωής εκείνου που το φέρει. Το μάθημα ωστόσο δεν εξαντλείται εις το πνευματικό περιεχόμενο των εορτών. επεκτείνεται στα διάφορα ήθη και έθιμα, των οποίων την τήρηση ο δάσκαλος προτείνει στην τάξη, αφού πριν εξηγήσει την σημασία τους. Με τους ύμνους, τα τραγούδια ή εάν το καλή η περίσταση, τα κάλαντα που μαθαίνουν, τα γλυκά και φαγώσιμα που ετοιμάζουν, τις σχετικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούν, τα παιδιά μπαίνουν σύσσωμα στην Εκκλησία και την ζουν όχι μόνο σαν τύπο λατρείας ευχαριστιακής, αλλά και ως κοινωνία πνεύματος στον δικό τους χώρο.

Στην Τετάρτη Δημοτικού, όπου επίσης δεν χρησιμοποιούμε βιβλίο, θέμα της διδασκαλίας είναι ο βίος του Χριστού, εν συνδυασμώ πάντοτε με την λειτουργική εκκλησιολογική του διαρρύθμιση και τις εθιμικές του εμβιώσεις. Ο βίος του Θεανθρώπου ακολουθεί στην σχολική κλίμακα τους βίους των αγίων, αντί να προηγείται, όπως θα ήθελε η τυπική λογική, όχι διότι τα παιδιά τον γνωρίζουν μέσες – άκρες από την προσχολική περίοδο και τα δύο πρώτα χρόνια του Δημοτικού, ούτε γιατί στην ηλικία τούτη γίνεται πιο κατανοητός, αλλά επειδή μόνο μετά τη συνάντηση της αγιότητος και την επίσκεψη του ιδίου ονόματος, ο μαθητής θα προβάλη στην ιστορία του Ιησού την ιστορία και το φως της ψυχής του. Χωρίς την λαμπρότητα των αγίων και την πνευματική ευωδία που αναδίδει το όνομά τους, τα σπουδαία και παράδοξα γεγονότα των ευαγγελίων, όσο ενδιαφέρον και αν προκαλούν, όσο κι αν ερεθίζουν το πνεύμα ενός παιδιού, δεν εισχωρούν στον εσωτερικό κόσμο, επειδή δεν σφραγίζουν την μοίρα του.

Από την Πέμπτη Δημοτικού, η διδασκαλία των Θρησκευτικών συνδυάζεται με βιβλίο. Πρόκειται για κατανυκτικούς βίους αγίων στο πρωτότυπο, που διανθίζονται με σχετικά στοιχεία Ιεράς Γεωγραφίας, γραμμένα στο πνεύμα και το ύφος αναλόγων περιγραφών του Φωτίου Κόντογλου, συνυφαίνονται δε με αντίστοιχα κείμενα του Εορτοδρομίου και Κυριακοδρομίου. Σημειώνω πως το εν λόγω βιβλίο δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να λειτουργή σαν διδακτικό εγχειρίδιο, εφ’ όσον προορισμός του είναι να γίνη εντρύφημα, πηγή ύδατος ζωής και όχι αντικείμενο εκμαθήσεως.

Στην Έκτη Δημοτικού, ο κόσμος των αγίων της Ορθοδοξίας συνδέεται άμεσα με τον Νεώτερο ελληνισμό και την ιστορία του μέσω των νεομαρτύρων, εις τρόπον ώστε το παιδί να αισθανθή, πέραν του πνευματικού δεσμού, και τον δεσμό αίματος που το ενώνει μαζί τους. Το βιβλίο αρχίζει εν προκειμένω με το Θρηνητικό συναξάρι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (Φ. Κόντογλου) και αφού περάσει το θυσιαστήριο της Τουρκοκρατίας και της Επαναστάσεως, φτάνει μέχρι σήμερα. Περιλαμβάνονται χαρακτηριστικά συναξάρια από το Νέον Μαρτυρολόγιον του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. η θαυμάσια πάνυ και ψυχωφελής διήγηση, που παραθέτει ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος εις την εισαγωγή της συλλογής δημοτικών ασμάτων, τα οποία εξέδωσε το 1852. ο Φτωχός Άγιος του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. αποσπάσματα από την βιογραφία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, γραμμένη από το Φάνη Μιχαλόπουλο. αποσπάσματα από τον Παπουλάκο του Κωστή Μπαστιά, από το συναξάρι Αρσενίου του Καππαδόκου, πόνημα του αγιορείτη μοναχού Παϊσίου, από το Σημείον Μέγα του Φώτη Κόντογλου. κείμενα για τη ζωή και το μαρτύριο Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Χρυσοστόμου, Επισκόπου Σμύρνης, καθώς επίσης συναξάρια νεομαρτύρων της Κύπρου. Η εθνική και η εκκλησιαστική μας ιστορία εδώ συμπορεύονται.

Στο Γυμνάσιο η διδασκαλία των Θρησκευτικών μεταβάλλει περιεχόμενο, προσαρμοζόμενη στην, λόγω ηλικίας, σχετικά αυτόνομη ανάπτυξη της διανοητικής λειτουργίας του παιδιού. Ο μαθητής έρχεται πλέον απ’ ευθείας σε επαφή με την Αγία Γραφή και διδάσκεται χριστιανική ιστορία.

Έτσι στην Πρώτη Γυμνασίου γνωρίζει τον κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, μέσω μιας καλής επιλογής κειμένων από τους Εβδομήκοντα, με εντός παρενθέσεως νεοελληνικές ερμηνευτικές αποδόσεις δυσκόλων σημείων ή λέξεων, ενώ στην Δευτέρα, μελετά έναν ευαγγελιστή από το πρωτότυπο κατά προτίμηση τον Λουκά, σε μια προοπτική πνευματικής εμβαθύνσεως. Τα στοιχεία της Ιεράς Ιστορίας, που προσέλαβε στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις, θα τα συμπληρώσει στην Τρίτη, διδασκόμενος την ευαγγελική προπαρασκευή και την εκκλησιαστική ιστορία. Και στην μεν ευαγγελική προπαρασκευή παρακολουθεί από τα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων και τα δόγματα των προχριστιανικών θρησκειών, την μακρά προετοιμασία της ανθρωπότητος, να δεχθή τον Χριστό και Σωτήρα, στην δε εκκλησιαστική ιστορία, όπου εξετάζεται και ο μωαμεθανισμός σαν χριστιανική αίρεσις, μελετά την πορεία της Εκκλησίας από την Πεντηκοστή μέχρι σήμερα. Και στα δύο μέρη του βιβλίου η έκθεση δεν έχει χαρακτήρα απρόσωπο και αντικειμενικό, αλλά χρονογραφικό, ώστε να νομιμοποιείται τόσο η ζωντανή έκφραση, όσο και ο στοχαστικός χειρισμός, χωρίς να βιάζεται ή και να προδίδεται η ιστορική αλήθεια. Ο απόφοιτος λοιπόν του Γυμνασίου, εάν μεν εγκαταλείψη τα θρανία, θα έχη βαθειές εντυπώσεις θρησκευτικές και ασφαλείς γνώσεις, εάν πάλι συνεχίση τις σπουδές, θα είναι παρασκευασμένος για κατακτήσεις υψηλότερες.

Στο Λύκειο η διδασκαλία τείνει σε περαιτέρω καλλιέργεια της θρησκευτικής συνειδήσεως, και τούτο όχι με σωρευτική μετάδοση θεολογικών αξιωμάτων, αλλά με εισαγωγή του μαθητού δημιουργικά (οδηγητική κατεύθυνση εν τοιαύτη περιπτώσει είναι το θρησκευτικό σύμβολο να τίθεται ως πηγή νοήματος και να μην αγκυλώνεται ως περιεχόμενο) στην αλήθεια της Εκκλησίας, της κοινωνίας δηλαδή του πνεύματος. Έτσι ο μαθητής της Πρώτης Λυκείου καλείται να περάση με δυναμική ερμηνεία, κατά το πρότυπο του Νικολάου Καβάσιλα, από τον τύπο της Θείας Ευχαριστίας και των μυστηρίων που διδάσκεται, στην αγιαστική σημασία τους για την ζωή μας, ζωή κοινοτικής αλληλεγγύης, εδραιωμένη στην ευθύνη ενός εκάστου έναντι πάντων και όχι στα ατομικά διακιώματα, εκ παραλλήλου δε προς τα μυστήρια και συναφώς πάντα προς αυτά, να πλησιάση τη βυζαντινή υμνογραφία και τέχνη εν γένει, συνάπτοντάς την με τα μεγάλα εκκλησιαστικά «γεγονότα» της Γεννήσεως, του Ευαγγελισμού, του Πάσχα, της Πεντηκοστής, καθώς επίσης και με την καθάρσια αγωνιστική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τα μυστήρια όμως της Εκκλησίας δεν φέρνουν καθ’ εαυτά την ποθητή ολοκλήρωση, εάν ο πιστός δεν προσφέρει αδιάκοπα την θέλησή του – ως συντριβή και αγάπη και μετάνοια – να δεχθή και διασώση μέσα του την χάρη τους.

Αυτό το πνεύμα της χριστιανικής βιοτής, θα γνωρίση ο μαθητής της Δευτέρας Λυκείου από τα κείμενα των αναχωρητών της ερήμου και των ησυχαστών (κατά βάσιν του Γεροντικού και της Φιλοκαλίας), που ανθολογούνται στο βιβλίο του, με την αρχαία πάντα γλωσσική τους μορφή, υπό την έννοια στάθμης της υπάρξεως και όχι ιδεολογικής τοποθετήσεως, οπότε ενθαρρύνεται η δι’ αυτογνωσίας και αυθυπερβάσεως καταξίωσή του, αποκλείεται δε ο «φιλοσοφικός» του χρωματισμός.

Τέλος, κατά οργανική συνέπεια και προέκταση της διδασκαλίας των δύο προηγουμένων ετών, ο μαθητής της Τρίτης Λυκείου έρχεται σε κοινωνία με το μήνυμα της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο της δυνάμεως και της αρνήσεως των πνευματικών αξιών, της απορρίψεως του Θεού, της θρησκείας και της παραδόσεως. Η διδασκαλία αποβλέπει σε στοχαστικό διάλογο, βασίζεται δε σε ανθολόγιο αντιπροσωπευτικών κειμένων ορθοδόξου σκέψεως, ελληνικής και μη, κριτήριο επιλογής των οποίων δεν είναι η θεωρητική επεξεργασία θεμάτων της πίστεως, είναι κατά πρώτο λόγο η μαρτυρική κατάθεση των συγγραφέων περί της σωστικής της αλήθειας. Τέτοιες μαρτυρίες θα βρη κανείς από ελληνικής πλευράς, με αφετηρία το έτος 1754, όπου εμφανίζεται στο Άγιον Όρος το ανανεωτικό κίνημα των Κολλυβάδων, συνεχίζεται δε με ποικίλες μορφές μέχρι σήμερα, σε λόγους του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του Παπουλάκου, σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη, κείμενα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, του Κοσμά Φλαμιάτου, του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, του Κωστή Μπαστιά, του Κόντογλου, του Λαούρδα και στην προσφορά άλλων νεώτερων ή παλαιοτέρων, ενώ από μη ελληνικής πλευράς, θα βρη μεταξύ άλλων στο έργο του Ντοστογιέφσκη (Μύθος του Μεγάλου Ιεροεξεταστού, Το όνειρο ενός γελοίου, Ο υπόγειος), στις επιστολές του Γκόγκολ, σε σελίδες του Μπερντιάεφ (τα περί γνώσεως και πίστεως, λόγου χάριν, στο Αλήθεια και Αποκάλυψις), στα έργα του Αλεξάνδρου Σμέμαν Για να ζήσει ο κόσμος και Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενύτσιν».

«Είναι προφανές, και τα προηγούμενα δεν αφήνουν, νομίζω, την παραμικρή αμφιβολία, ότι άξων της διδασκαλίας των Θρησκευτικών παύει να υπάρχη το εγχειρίδιο, αντ’ αυτού δε αναδεικνύεται ο θεολόγος. Τα βιβλία γίνονται οδηγοί εργασίας, στοχασμού και διαλόγου, διδακτικές αφορμές και όχι υλικό προς αποστήθιση ή εκμάθηση. Η αλλαγή αυτή του άξονος διδασκαλίας, υποχρεώνει τον καθηγητή να περάση από το παθητικό και νυσταλέο αναμάσημα των κεφαλαίων του παλαιού βοηθήματος, στην δημιουργική παράδοση, προκαλεί δε ηυξημένη παιδευτική ευθύνη, που συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της θετικής ασκήσεως του λειτουργήματός του. Διότι δεν πρόκειται απλώς περί αυτενέργειας κατά την διεξαγωγή του μαθήματος, πρόκειται, για κάτι πολύ πιο λεπτό και πιο κρίσιμο: τα σημερινά παιδιά, στα οποία καλείται να μεταλαμπαδεύση το εκκλησιαστικό πνεύμα, δεν έχουν γεωργημένη, έστω στην ατμόσφαιρα της γειτονιά, κοινοτική συνείδηση των προηγούμενων γενεών. είναι τυπικά προϊόντα των διαμερισμάτων, ασθενικοί και απομονωμένοι βλαστοί διαλυμένων ή υπό διάλυσιν οικογενειών, θρεμμένοι εξ απαλών ονύχων με την ψυχοφθόρα ιδεολογία των ατομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι για να καρποφορήση η διδασκαλία του, πρέπει να μεταπλάθη αδιάκοπα την τάξη σε μικρή κοινωνία πνεύματος, προσφέροντας ο ίδιος πρώτα τον εαυτό του».

Υποστηρίζεται και από πολλούς σήμερα μια κοινωνιολογική προσέγγιση του μαθήματος των Θρησκευτικών ή γνωσιολογική. Ο συγγραφέας απαντά ως εξής:

«Το αξιοσημείωτο στον μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό (που σημειωτέον διαθέτει τον αέρα της ηθικής και πνευματικής υπεροχής απέναντι σε ένα παρελθόν γεμάτο αδυναμίες) είναι ότι μετακινεί τον άξονα του μαθήματος και τον μεταθέτει από τον χώρο της πίστεως στον χώρο του λόγου. Η εσχατολογία μιας λυτρώσεως κοινωνικής γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο περιεχόμενο της θρησκευτικής πίστεως, το δε μάθημα αντί να προβάλη τις δικές του καθολικής δυνάμεως αξίες, εις τις οποίες οφείλει την σημασία του, προβάλλει ωρισμένη κοινωνιολογική διδασκαλία κατοχυρομένη θρησκευτικά από το δράμα ενός Θεού που σταυρώθηκε για να σώση τον κόσμο και που ζητεί από εμάς να αρθούμε στο ηθικό μεγαλείο του με πράξεις δικαιοσύνης. Έτσι από αυτοδυναμία περνούμε σε εξάρτηση, χωρίς προηγουμένως να διευκρινισθή εάν ευθύνεται η πίστις για την έκπτωση ή η απιστία και χωρίς να έχη γίνει συνείδηση ότι στην πρώτη περίπτωση το μάθημα έπρεπε να καταργηθή ως κατ’ ουσίαν απαράδεκτο και ανεπίδεκτο άρα βελτιώσεως, ενώ στη δεύτερη έπρεπε ακριβώς να εξαρθή το στοιχείο της πίστεως και όχι να εξοστρακισθή εν ονόματι του ανθρωπίνου λόγου. …. Γιατί από την στιγμή που ο άξων του μαθήματος παύει να είναι οργανικός για να καταντήσει δάνειος, η πίστις καταρρέει μετατρεπόμενη σε – αγοραία ή φιλοσοφημένη αδιάφορο – κοσμοαντίληψη, περιεχόμενο της οποίας γίνεται πολύ εύκολα η έννοια της κοινωνικής διακαιοσύνης, της λυτρώσεως δια μεταβολής των υλικών όρων της υπάρξεως και θεραπείας του συμπτωματικού ιστορικού κακού, όχι δι’ εσωτερικής αναμορφώσεως του ανθρώπου και θεραπείας του ριζικού μεταφυσικού κακού, που προκαλεί τις οδύνες του κόσμου. … Εντοπίζοντας το κακό στις εξωτερικές συνθήκες βλέπω απλώς το σύμπτωμα και όχι την αρρώστεια, παύει να με αφορά ο συγκεκριμένος άνθρωπος και μεταθέτω την περιορισμένη πλέον ευθύνη μου σε απρόσωπους οργανισμούς, που την αναλαμβάνουν με μισθολογικές κρατήσεις. … Αντίθετα με την ιδεολογική πεποίθηση, που ωθεί το παιδί να ρίξη το βάρος της ευθύνης του στις πλάτες άλλων, αφού διαλύει το μάθημα σε κοινωνιολογικής υφής προτάσεις, η πίστις ως ψυχική παράδοση άνευ όρων και ανιδιοτέλεια, καλεί τον μαθητή να βαδίση ένα δρόμο ο οποίος θα του επιτρέψη να αναπτυχθή αρμονικά, χωρίς να ακυρώση τον της γνώσεως. Το θρησκευτικό συναίσθημα, και μόνο αυτό, οδηγεί στο αίτημα της αυθυπερβάσεως και της αρνήσεως του εγωκεντρισμού από τον οποίο υποφέρει ο σύγχρονος βίος, περαιτέρω δε σε αυθεντική πνευματική ωρίμανση. Γιατί ωρίμανση πνευματική δεν είναι η βιβλιακή γνώση ούτε η πολιτικολογία, είναι η αίσθηση ευθύνης έναντι εμού και πάντων των ανθρώπων. Η … δέουσα θεραπευτική αγωγή, με γνώμονα πάντοτε το αγαθό της παιδείας … είναι το μάθημα να αρθή στο ύψος του, να ενσαρκώση δηλαδή στο σχολείο ως λόγος και ως τρόπος το πνεύμα της κοινοτικής αλληλεγγύης και της ανιδιοτέλειας. Όχι να προσαρμοσθή … στη γενικευμένη αποθρησκευτικοποίηση των βιομηχανικών χωρών της Δύσεως, αναλύοντας τα διάφορα κοινωνικά αιτήματα, αλλά να προσφέρη στο ελληνόπουλο το όραμα του άλλου κόσμου, ενός κόσμου αντίθετου και ανώτερου από τον κόσμο του συμφέροντος και του εγωισμού στον οποίο ζούμε. Έτσι όχι μόνο δεν θα χρειασθή να καταφύγη στην δεοντολογία και την μεθοδολογία των άλλων μαθημάτων, που εξηγούν και αναλύουν χωρίς να νοηματοδοτούν, και φυσικά δεν θα ξεπέση μεταβάλλοντας τη θρησκευτική πίστη σε ιδεολογική άποψη ενός ατόμου το οποίο δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του στον χώρο της κοινότητος, αλλά αντιθέτως θα φανερώση και θα εκφράση δημιουργικά την αλήθεια της πίστεως σε μια κοινωνία η οποία πνευστιά υπό το διαλυτικό βάρος του μηχανικού ορθολογισμού της».
 

Ἡ γνωσιολογική και εκπαιδευτική ὑποχρεωτικότητα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν

Θρησκευτική ἐλευθερία καί ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Του Χριστόφορου Αρβανίτη *

Θα προσπαθήσω, όσο πιο σύντομα γίνεται, να καταδείξω την αναγκαιότητα του μαθήματος των θρησκευτικών, ως υποχρεωτικού στο πλαίσιο των μαθημάτων Γενικής Παιδείας, αλλά και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτό μπορεί να συμβεί. Θεωρώ απαραίτητο, εξ αρχής, να υπογραμισθεί ότι αυτή η υποχρεωτικότητα περνά μέσα από την αναγκαιότητα της αλλαγής του γνωστικού περιεχομένου του μαθήματος από ομολογιακό σε διαομολογιακό, διαθρησκευτικό και διαπολιτισμικό. Θα αναλύσω τα κοινωνιολογικά και πολιτισμικά δεδομένα, τα θεσμικά προβλήματα του μαθήματος, τις εκπαιδευτικές υποχρεώσεις του μαθήματος και θα καταλήξω εν συντομία σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Αυτονόητο θεωρώ το γεγονός οτι οποιαδήποτε συζήτηση με τις επιτροπές παιδείας για το Λύκειο και την υποχρεωτικότητα θα πρέπει να αποδεικνύει ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε, επί τη βάση των προηγουμένων χαρακτηριστικών, που ανέφερα. Οποιαδήποτε εμμονή σε ένα μάθημα Θρησκευτικών με απόλυτο ομολογικό χαρακτήρα και ταυτισμένο με αντιλήψεις εκκλησιαστικής αγωγής, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ένα μάθημα επιλεγόμενο και κυριολεκτικά ανύπαρκτο σε βάθος χρόνου. Τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά δεν απεμπολούν την ομολογιακότητά του μαθήματος, όπως πολλοί διατείνονται (θα φανεί ἀλλωστε στη συνέχεια στα παραδείγματα που θα αναφέρω), αλλά αναιρούν τη μονοσήμαντη διάσταση που υπάρχει μέχρι σήμερα, καθώς πληροφορούν γνωστικά τους μαθητές για το πολύπλευρο θρησκευτικό φαινόμενο, αυξάνουν την κριτική τους προσέγγιση, επιδοκιμάζουν την κριτική τους αμφισβήτηση και δημιουργούν συνθήκες συνθετικής και θετικής προσέγγισης του θρησκευτικού. Να υπογραμμίσω εδώ οτι το νεωτερικό περιβάλλον αντιδρά αρνητικά στο άκουσμα και μόνο του θρησκευτικού, ενώ απεναντίας το μετανεωτερικό δείχνει στοιχεία θετικής προσέγγισης τα οποία θα πρέπει να εκμεταλευτούμε. Ας τα βάλουμε λοιπόν σε κάποια σειρά.

Α. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ

1. Παγκοσμιοποίηση καί παγκόσμια κουλτούρα.
1.1. Στό πλαίσιο τῆς παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, ἡ προσέγγιση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου ὑποβαθμίζεται καί ἀπό γενικό κοινωνικά διαδραστικό φαινόμενο γίνεται μερικό καί τοπικό. Θά ἔλεγα ὅτι ἄν καί αὐτό φαίνεται κατ’ἀρχάς ὡς ἀρνητικό δεδομένο, οὐσιαστικά μπορεῖ νά ἀνατραπεῖ σέ θετικό, καθώς δείνει τή δυνατότητα, μέσα ἀπό τό θρησκευτικό, νά ἀναδείξουμε στοιχεῖα κοινωνικά καί πολιτισμικά τῆς τοπικῆς ταυτότητας καί κουλτούρας.
1.2. Θά παρέκλινε σέ ἀρνητικό στοιχεῖο, ἄν μέσα ἀπό την ἀναγωγή του σέ σημαντικό συστατικό στοιχεῖο τῆς τοπικῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας, ἐπεδίωκε νά δημιουργήσει χρηστικές ἐθνικιστικές διακρίσεις μέ κοινωνικές ἐπιπτώσεις τοῦ τύπου: «Ἕλληνας καί ἄρα Ὀρθόδοξος». Ἡ θετική ἤ ἀρνητική κατεύθυνση ἀφορᾶ κυρίως τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κατανοοῦμε τήν ἔννοια τῆς παράδοσης.
1.3. Θά πρέπει ἐπίσης νά γίνει κατανοητό ὅτι ἡ δῆθεν ἄνοδος τοῦ θρησκευτικοῦ καί ἡ «αὔξηση» τοῦ ποσοστοῦ τῶν θρησκευόντων εἶναι καθαρῶς ἐργαλειακή καί ἐπιφαινομενική, καθώς ὀφείλεται σέ πολιτικές καθαρῶς ἐπιλογές, κυρίως τῆς φονταμενταλιστικής καί νεοσυντηρητικῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς σχολῆς. Οἱ κατά τόπους φονταμεναλιστές (καί στήν Ελλάδα φυσικά) αὐξάνουν τίς δράσεις τους μονομερῶς μέ συνέδρια τά ὁποῖα ἐλέγχουν ἀπόλυτα, ἀποκλείοντας ὅπου ἔχουν θεσμική καί συστημική ἐξουσία ἤ πρόσβαση, πρόσωπα καί ἀντιλήψεις, τά ὁποῖα δέν τούς εἶναι ἀρεστά.

2. Ἡ θρησκεία ὡς προϊόν τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ.
2.1. Θά πρέπει μέσα ἀπό τήν προοπτική τοῦ νέου μαθήματος νά γίνει σαφές πρός τήν κοινωνία, τήν ἐκπαιδευτική κοινότητα καί τό Ὑποργεῖο ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ προϊόν τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καί ὡς ἐκ τούτου καλύπτει ἀνθρώπινες ἀναγκαιότητες.
2.2. Ἡ πίστη στόν Θεό ἀποτελεῖ ἀναγκαία διανοητική και συναισθηματική πράξη, ἡ ὁποία ἔρχεται νά καλύψει τά κενά τῆς λογικῆς μικρότητας τοῦ ἀνθρώπου. Κατανοητό ἐδώ ὅτι ὡς θεολόγοι ἔχουμε τίς ἀντιρρήσεις μας. Ἀποτελεῖ, ὅμως βάση γιά τήν περαιτέρω συζήτηση μέ αὐτούς πού πιθανόν νά ἀντιδράσουν. Ἔτσι ἐνώ
2.3. Ὁ Θεός, αὐτός καθ’ἑαυτός, δέν ὁρίζεται ἐρευνητικά καί ἑπομένως δέν ὁρίζεται καί διανοητικά, (πόσο μᾶλλον δέ ὅταν πρόκειται γιά τόν Θεό τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας), ἐν τούτοις ἀποτελεῖ ἀντικείμενο-ἐρώτημα τοῦ φιλοσοφικοῦ προβλήματος. Αὐτό τό σημεῖο δικαιώνει την ἀντίληψη γιά τήν γνωστική φυσιογνωμία τοῦ μαθήματος. (Θεολογία-Αυγουστίνος-Δαμασκηνός-Θωμᾶς Ἀκινάτης).

3. Ἡ «ἀναγκαία» ἀντικατάσταση.
3.1. Ποῦ βρίσκεται λοιπόν τό πρόβλημα, τῆς ἀποδοχῆς ἤ μή, τῆς γνωστικότητας τοῦ μαθήματος.
Ἐξελικτικά, καί κατά την νεωτερικότητα, μετά τήν ἐν γένει ἀπόριψη τῶν μεταφυσικῶν προσεγγίσεων καί ἑρμηνειῶν τοῦ φυσικοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀντικαθιστᾶ ἐν μέρει τόν Θεό μέ ἄλλες ἀπόλυτες ἀξίες ὅπως Λογική, Ἱστορία, Ἐξουσία, Βούληση, Ἐλευθερία.
3.2. Αὐτές οἱ ἔννοιες, παρ’ὅτι ἐγγυῶνται θεωρητικά καί κατ’οὐσίαν κοινωνική σταθερότητα καί προτείνουν λύσεις στούς φόβους καί τίς ὑπαρξιακές ἀγωνίες τοῦ ἀνθρώπου, ἐν τούτοις, ὡς συμβεβηκότα, ἐμπλέκονται σέ πρακτικό ἐπίπεδο μέ τά ἀνθρώπινα συμφέροντα καί ἐμπράκτως αὐτοαναιροῦνται.

Β.ΘΕΣΜΙΚΑ
Τό θεσμικό εἶναι κατά τήν γνώμη μου τό σημαντικότερο ζήτημα καί παρουσιάζει τά χαρακτηριστά τῆς σύγχυσης πού ὑπάρχει στήν ἑλληνική κοινωνία, ὅσον ἀφορᾶ στούς διακριτούς ρόλους. Κυρίως δέ, ὅταν τό ἴδιο τό Κράτος, ἐνῶ τούς ἐπικαλείται, τούς χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν. Ας συμφωνήσουμε grosso modo στά ἑξῆς:
1. Οἱ θρησκεῖες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, ὄχι, ὅμως πλέον τόν κύριο καί μοναδικό, στόν ἀνθρώπινο πολιτισμό:
α.στή διαμόρφωση τῶν ταξικῶν κοινωνιῶν (Marx)
β. στή γέννηση τῶν πολιτισμῶν (Durkheim, πρωτόγονοι-σύγχρονοι)
γ.στή συγκρότηση τῶν πολιτικῶν θεσμῶν (Hobbes, μοναρχία-δημοκρατία)
δ.στήν ἐπιλογή οἰκονομικῶν μοντέλων (Weber, προτεσταντισμός-καπιταλισμός).
Αὐτό σημαίνει ὅτι τό θρησκευτικό παραμένει ἕνα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, τό ὁποῖο, ὅμως, θά πρέπει, καθ’ἑαυτό, νά ἀναπροσαρμόζει τήν ὅλη θεσμική του παρουσία. Ἑπομένως,
2. Σέ μιά θεσμικά καί λειτουργικά δημοκρατική κοινωνία, καί ἡ θρησκεία θά πρέπει νά ἀναπροσαρμόζει δημοκρατικά τίς θεσμικές λειτουργικές της μορφές, ὥστε νά ἔχει λόγο ἰσχυρό, ἀποδεκτό καί ἔγκυρο.
3. Σέ ἐπίπεδο θρησκευτικοῦ φαινομένου στήν Ελλάδα, αὐτή ἡ δημοκρατική θεσμική ἀναπροσαρμογή δέν ἔγινε καί, ἑπομένως, στό χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, ἕναν ἀπό τούς κατ’ἔξοχήν χώρους παραγωγῆς κοινωνικῶν καί πολιτισμικῶν δημοκρατικῶν ρόλων, τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν χρεώνεται, κατά παράδοξο τρόπο ὄχι ὅμως καί ἀνεξήγητο, αὐτή τή θρησκευτική ἀκύρωση.
4. Τό μάθημα ὡς μάθημα καί τό πρόσωπο τοῦ διδάσκοντος ὡς ὑποκείμενο παροχῆς τῆς γνώσης ταυτίστηκε μέ τή θεσμική ἔκφραση της θρησκείας, τήν ὁμολογιακή κατήχηση και τη ἐκλησιαστική ἀγωγή. Αὐτό, ὅμως, εἶναι τελείως ἀντιφατικό καθώς ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία θεσμικά καί τεχνοκρατικά δέν ἔχει ρόλο στό ὅλο διαμορφωμένο πλαίσιο τοῦ γνωστικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ χαρακτήρα τοῦ μαθήματος. (Θεολογικές Σχολές, Θεολόγοι καθηγητές, Π.Ι., σχολικά βιβλία).
5. Ἑπομένως, θά πεῖ κάποιος, τό μάθημα ἔχει ἀπολύτως κατακτήσει τό διακριτό του ρόλο καί τήν πλήρη ἐκπαιδευτική καί γνωστική του ἀνεξαρτησία. Γιατί λοιπόν τό Ὑπουργεῖο ἀμφισβητεῖ τήν σημερινή αὐτοτέλειά του? Ἀκριβῶς γιατί τό μάθημα εἶναι ἀπολύτως ὁμολογιακό καί μονοσήμαντο καί ὡς ἐκ τούτου μή ἀποδεκτό στήν σημερινή πολυσημαντικότητα τοῦ σχολείου. Ἡ εὐθύνη λοιπόν εἶναι δική μας καί κανενός ἄλλου εἴτε καλοπροαίρετου εἴτε κακοπροαίρετου.

3. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ.

Γενικές διαπιστώσεις:
3.1. Ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος δέν ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις μιᾶς σύγχρονης πολυπολιτισμικῆς καί πολυθρησκευτικῆς κοινωνίας.
3.2. Ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος, μέ μοναδικές ἴσως ἐξαιρέσεις καί αὐτές κατά περίπτωση, τῶν βιβλίων τῆς Β της Γ και Α Γυμνασίου, δέν συνδέεται μέ τά σύγχρονα κοινωνικά καί ἀνθρωπολογικά προβλήματα
3.3. Συνεχίζεται ἡ κατηχητική καί μονοομολογιακή προσέγγιση τοῦ ἀντικειμένου σέ ὅλες σχεδόν τίς τάξεις. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό μάθημα βρίσκεται σέ μονοδιάστατη θρησκευτική κατεύθυνση, κάτι τό ὁποῖο δέν συνάδει μέ τήν πολυμορφικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ κατηχητική προσέγγιση δηλώνει ἐκπαιδευτικό ὑλικό προσαρμοσμένο σέ μία καί μόνο πίστη καί, ἑπομένως, ὄχι ὑλικό μέ χαρακτήρα καθαρῶς γνωσιοκεντρικό καί ἐκπαιδευτικό.
3.4.Ἡ προσέγγιση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου στό σχολεῖο θά ἔπρεπε, ἤδη ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 80, νά εἶναι διαομολογική, διαθρησκευτική καί, ὅσο τό δυνατόν, πολιτισμική καί διαπολιτισμική. Ἡ γνώση τοῦ θρησκευτικοῦ μέ πολλαπλές ἰδιαίτερες ἀναφορές στό πολυθρησκευτικό, πολυπολιτισμικό καί πολυδιάστατο κοινωνικό δεδομένο ἀπαιτεῖ καθαρά ἐπιστημονική προσέγγιση καί ἅπτεται κυρίως κοινωνιολογικῶν προσεγγίσεων.
3.4. Γνωσιοκεντρικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ ἀπό τή μιά καί κατηχητική ἀγωγή ἀπό τήν ἄλλη, ἀποτελοῦν ἔννοιες ἐπιστημονικά καί ἐρευνητικά ἀσύμβατες.

Ὑπό τό πρίσμα λοιπόν αὐτό τῶν διαπιστώσεων:
Τό κράτος, ὡς κυρίαρχος θεσμός, οἱ φορεῖς καί τά πρόσωπα πού τό ἀπαρτίζουν,ἀποδοκιμάζουν τήν μονοδιάστατη θρησκευτική ὁμολογιακή κατεύθυνση τοῦ μαθήματος καί ζητοῦν τήν ὑποβάθμισή του, καθώς αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ ἀντίληψη ὅτι θρησκευτική ἐλευθερία καί ὁμολογιακός χαρακτήρας δέν συμβαδίζουν.

Ἔτσι,
α. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά ἀποδείξει τή χρησιμότητα τοῦ μαθήματός του γνωσιολογικά καί ἐπιστημονικά. Οἱ ὁποιεσδήποτε ἐμπειρικές καί ὑπαρξιακές ἀναφορές, ὅσο ἐνδιαφέρουσες καί νά εἶναι, ἐάν δέν εἶναι γνωσιοκεντρικές, παραμένουν ἀδιάφορες καί ἀνούσιες.
β. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά ἀποδείξει ὅτι στό σύγχρονο δημοκρατικό καί διαδραστικό σχολεῖο ἔχει σύγχρονο λόγο καί δεδομένη γνώση.
γ. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά διαμορφώσει καί νά ἀποδείξει ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι πράγματι δικαίωμα γνωσιοκεντρικό καί ὄχι κατηχητικό-ὁμολογιακό.
ε. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά στηρίξει τό γεγονός ὅτι ἡ διαγραφή τοῦ μαθήματος, ἀπό τά μαθήματα γενικῆς ὑποχρεωτικῆς παιδείας, ἰσοδυναμεῖ μέ γνωστικό, ἐκπαιδευτικό καί πνευματικό ἔγκλημα.

Προβλήματα:
α. Τό ΥΠΕΠΘ, θά πρέπει νά ἀποσαφηνίσει ἐάν ἐπιθυμεῖ ἕνα μάθημα θρησκευτικῶν γνωσιοκεντρικό καί γενικῆς παιδείας καί ἄρα ὑποχρεωτικό ἤ ἕνα μάθημα κατηχητικό-ὁμολογιακό, μή ὑποχρεωτικό καί ἄρα ὑποβαθμισμένο καί ἐπιλεγόμενο. Φαίνεται ὅτι τό Υπουργεῖο ἀκόμη καί σήμερα ἀμφιταλαντεύεται. Ὀφείλουμε νά τούς πείσουμε γιά τό πρῶτο.
β. Τό Π.Ι κινεῖται καί αὐτό πλέον καί πολύ σωστά πρός τό πρῶτο. Οἱ πρόσφατες ἀναφορές τοῦ κου Γιαγκάζογλου τό ἐπιβεβαιώνουν. Προσωπικά θά τίς στηρίξω ὅσο μοῦ εἶναι δυνατόν, παρά τίς ἐν μέρει διαφωνίες μου, γιατί πιστεύω ὅτι εἶναι ὅ,τι καλλίτερο ἔχουμε αὐτή τή δύσκολη γιά τό μάθημα περίοδο
γ. Οἱ Θεολογικές Σχολές ὀφείλουν νά προχωρήσουν σέ πλήρη ἀναμόρφωση τοῦ προγράμματος σπουδῶν, κρατώντας ἐν μέρει τό ὁμολογιακό καί προκρίνοντας ἐν γένει τό οἰκουμενικό, κοινωνιολογικό, διαθρησκευτικό καί διαπολιτισμικό χαρακτήρα τῶν σπουδῶν. Ἄμεση θά πρέπει νά εἶναι καί ἡ μετονομασία τῶν τμημάτων Θεολογίας σέ τμήματα Θεολογίας καί Ἐπιστήμης τῶν Θρησκειῶν.

Θά ἀναφέρω ἐδώ δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα γνωστικής προσέγγισης μέ τά χαρακτηριστικά πού προανέφερα καί πού θά πρέπει τελικά νά ἔχει τό μάθημα

Πρῶτο Παράδειγμα.

1. Τό ζήτημα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεό.

α. Διαθρησκευτική-Διαομολογική.
Ἀναφορά στόν Χριστιανισμό καί στίς ἐπιμέρους ὁμολογίες, στό Ἰσλάμ, στόν Ἰνδουϊσμό, στό Βουδισμό, στά ἀφρικανικά θρησκεύματα, στίς Ἰνδιάνικες θρησκεῖες, στόν Κομφουκιανισμό κλπ., κυρίως μέσα ἀπό τίς πηγές καί τά ἱερά κείμενα τῶν θρησκειῶν. Συγκριτική διερεύνηση τῶν πηγῶν.

β. Κοινωνιολογική.
Οἱ διάφορες προβολές τῶν θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων πού προαναφέρθηκαν στίς ἐπιμέρους κοινωνίες, θεσμούς, οἰκονομικά καί πολιτικά συστήματα.

γ. Πολιτισμική.
Ἀντιστροφή τοῦ β. Κατά πόσο ἡ διαμόρφωση ἑνός πολιτισμοῦ ἐπηρεάζει τή διαμόρφωση τῆς πίστης σέ μιά α ἤ β θρησκευτική δοξασία. Τά πολιτισμικά δεδομένα μιᾶς περιοχῆς ἤ ἑνός λαοῦ καί κατά πόσο αὐτά ἐπιδροῦν στήν ἐμφάνιση μιᾶς θρησκείας.

Δεύτερο Παράδειγμα

2. Ὁ Γάμος.

α. Διαομολογιακή καί διαθρησκευτική παρουσίαση.
Ὁ Γάμος ὡς μυστήριο ἤ θρησκευτική τελετή στίς διάφορες θρησκεῖες. Τελετουργικό. Συγκριτικές ἀναφορές.

β. Κοινωνιολογική.
Κοινωνιολογικά δεδομένα συναφή μέ τή θεσμικότητα τοῦ γεγονότος. π.χ. Ὁ ρόλος τῆς οἰκογένειας, τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας κλπ. Σύγχρονοι προβληματισμοί. Γάμος ὁμοφυλοφίλων, σύμφωνο συμβίωσης, πολιτικός γάμος. Ἄγαμες μητέρες. Φυλοτικά προβλήματα.

γ. Πολιτισμική.
Γάμος-οἰκογένεια σέ διαφόρους πολιτισμούς, ἤθη, ἔθιμα. Πατριαρχία, μητραρχία, κινήματα ἰσότητας.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους, οἱ οὔτως ἤ ἄλλως, ἐδῶ πρόχειρες παραδειγματικές διαομολογιακές, διαθρησκευτικές καί διαπολιτισμικές προσεγγίσεις τοῦ ἐπιστητοῦ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν:

α. δέν ἀναιροῦν τήν παρουσία τοῦ ὁμολογιακοῦ
β. ἐπιτρέπουν τήν γνωσιοκεντρική, ἐπιστημονική προσέγγιση, καθώς καί τόν ἔλεγχο τῆς παρεχόμενης γνώσης,
γ. σέβονται, καθώς δέν θέτουν κἄν, τό ζήτημα τῆς πίστης ὡς δικαίωμα καί ὡς στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας.
δ.διασφαλίζουν τήν παρουσία τοῦ θρησκευτικοῦ κατά τρόπο ἐπιστημονικό καί δημοκρατικό στήν παρεχόμενη ἐκπαιδευτική γνώση.
ε. Ἐπιτρέπουν προσαρμογή στό οὐσιαστικό καί ὄχι στό ποσοτικό. Λιγότερη ύλη περισσότερη γνώση. Γιά κάθε τάξη ὄχι πάνω ἀπό 15-16 ἑνότητες. Χρήση πολυμέσων, διαδραστικών μεθόδων, διαδικτύου κ.α.
Ὅλα αὐτά χρήζουν ἰδιαίτερης προσοχής γιατί αὐτόματα καταργοῦν τίς ὅποιες προσπάθειες ἀπό κάποιους γιά ἀπαλλαγές ἀπό τό μάθημα.

Βεβαίως το θέμα της κατήχησης και της εκκλησιαστικής αγωγής παραμένει ως ζητούμενο. Ενα ζητούμενο το οποίο η Εκκλησία έχει απόλυτο δικαίωμα ως θεσμός στο πλαίσιο του διακριτού της ρόλου να λύσει όπως αυτή νομίζει καλλίτερα. Αυτό, όμως αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα, το οποίο δεν ανήκει στη σφαίρα του μαθήματος των θρησκευτικών, ως μαθήματος Γενικής Παιδείας. Πρόκειται για θέμα με άλλα χαρακτηριστικά και άλλους στόχους. Άλλωστε η μεγάλη πλειονότητα των θεολόγων περιεβάλουν πάντα με πολλή αγάπη τις τοπικές εκκλησίες στις οποίες ανήκουν, ανταποδίδοντας ειλικρινώς την αμέριστη αγάπη της τοπικής εκκλησίας πρός αυτούς. Ειδικά εδώ στην Κρήτη αυτή η αγάπη τής τοπικής εκκλησίας πρός τους θεολόγους είναι τόσο έκδηλη που θα τολμούσα να πώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα πρός μίμηση για όλη την Εκκλησία. Σε αυτό το κλίμα αγάπης πιστεύω ότι όλοι θα ήθελαν να πλαισιώσουν μιά νέα προσπάθεια, από μέρους των τοπικών εκκλησιών, για επανεξέταση του ζητήματος της κατήχησης και της εκκλησιαστικής αγωγής.

Πηγή: http://eleftherianet.blogspot.com/2010/12/blog-post_2384.html

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Νέο Σχολείο και Θρησκευτική Αγωγή

του Γεωργίου Καπετανάκη

Η «εκκλησία» έχει προοπτική: την ανάσταση! Ως μέλος του σώματος «εκκλησία» έχω προοπτική: την ανάσταση! Άρα κοιτώ μπροστά, ελπίζω στα έσχατα. Κι επειδή η ορθόδοξη εκκλησία προϋποθέτει κι απαιτεί την ορθοπραξία έχω καθήκον να μην κοιτώ μόνο αλλά και να δείχνω το δρόμο προς το επέκεινα. Μια πορεία προς την τελειότητα, την ολοκλήρωση, την αγιότητα είναι (θα έπρεπε να είναι) η ζωή μου. Μια πορεία προς την ολοκλήρωση, την ενότητα δηλαδή, θα έπρεπε να είναι η πορεία του σώματος «εκκλησία». Ως οδοδείκτης, ως πρωτοπόρος θα έπρεπε να λειτουργεί η «εκκλησία», αφού είναι ίδιο χαρακτηριστικό της η ριζοσπαστικότητα:

ü      Οι προφήτες της ΠΔ δημιουργούν ρήγμα στην εξουσία των Βασιλέων

ü      Ο Ιησούς Χριστός σπάει τόσο τις βιολογικές σχέσεις και τις αντικαθιστά με τις πνευματικές όσο και τις κοινωνικές (Ιουδαίοι, Ρωμαίοι) και σταυρώνεται για αντι καθεστωτική δράση

ü      Οι μάρτυρες που αμφισβητούν την εξουσία του Ρωμαίου Αυτοκράτορα και παραδίνουν τη σκυτάλη του αγώνα στους νεομάρτυρες, αλλά και οι μοναχοί που ως χαρισματικές προσωπικότητες διαρρηγνύουν την επισκοπική εξουσία / διαδοχή.

«Η εκκλησία οφείλει να κατανοήσει τον εαυτό της με δυναμισμό σαν εθελοντική πρωτοπορία (Avantgarde) της βασιλείας τον Θεού, η θεολογία πρέπει να καταστεί θεολογία της κοινωνικής μεταβολής και η χριστιανική πίστη να αναπτύξει δυνάμεις ενός πολιτισμικού εξορκισμού» (Moltman, 2008 :36).

 Πιστεύω  σε μια πρωτοπόρα εκκλησία που αποδέχεται τη διαφορετικότητα των χαρισμάτων : «4 Υπάρχουν, βέβαια, διάφορα χαρίσματα αλλά το Πνεύμα είναι ένα και το αυτό. Ρωμ. 12:6; 1Πέτ. 4:10; 5 Υπάρχουν επίσης διαφορετικοί τομείς να υπηρετήσει κανείς, αλλά ο Κύριος είναι ο ίδιος. 6 Υπάρχουν και διάφοροι τρόποι δράσεων, αλλά είναι ο ίδιος Θεός, που παρέχει τη δύναμη σε όλους για το καθετί. 7 Στον καθένα, λοιπόν, παρέχεται η φανέρωση του Πνεύματος για το συμφέρον του έργου. 8 Έτσι, στον έναν δίνεται μέσω του Πνεύματος το χάρισμα να μιλά με σοφία. Σε άλλον το χάρισμα να μιλά με γνώση σύμφωνα με το ίδιο Πνεύμα. 9 Σε άλλον το χάρισμα της πίστης από το ίδιο Πνεύμα. Σε άλλον χαρίσματα θεραπειών από το ίδιο Πνεύμα. 10 Σε άλλον το χάρισμα της πραγματοποίησης θαυμάτων, σε άλλον το χάρισμα της μεταβίβασης θείων μηνυμάτων, σε άλλον το χάρισμα να ξεχωρίζει τα πνεύματα. Σε έναν άλλο το χάρισμα να μιλά διάφορα είδη γλωσσών, σε άλλον, πάλι, το χάρισμα να μεταφράζει γλώσσες. 11 Κι όλα αυτά τα πραγματοποιεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, που κατανέμει ατομικά στον καθένα, όπως θέλει. Ρωμ. 12:3; Ρωμ. 12:6; Εφεσ. 4:7; 1Κορ. 7:7; 2Κορ. 10:13;
 12 Για παράδειγμα, όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα, όμως έχει μέλη πολλά, και όλα τα μέλη του σώματος, ενώ είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι κι ο Χριστός. Ρωμ. 12:4-5; Εφεσ. 4:16; 13 Κι αυτό, επειδή όλοι εμείς - είτε Ιουδαίοι είμαστε είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι - βαφτιστήκαμε μ' ένα Πνεύμα σ' ένα σώμα, και όλοι σε ένα Πνεύμα ποτιστήκαμε. Γαλ. 3:28; 14 Οπωσδήποτε όμως, το σώμα δεν αποτελείται από ένα μέλος, αλλά από πολλά. 15 Αν έλεγε το πόδι: «Αφού δεν είμαι χέρι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; 16 Κι αν έλεγε το αυτί: «Αφού δεν είμαι μάτι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; 17 Αν όλο το σώμα αποτελούνταν από ένα μάτι, πώς θα ακούγαμε; Αν όλο το σώμα ήταν αυτί πώς θα οσφραινόμασταν; 18 Μα το γεγονός είναι πως ο Θεός τοποθέτησε στο σώμα το κάθε μέλος όπως ο ίδιος θέλησε. 19 Κι αν όλα ήταν ένα μέλος, πώς θα υπήρχε σώμα; 20 Μα το γεγονός είναι πως πράγματι υπάρχουν πολλά μέλη αλλά ένα σώμα. 21 Επομένως, δεν μπορεί το μάτι να πει στο χέρι: «Δε σ' έχω ανάγκη»! Ούτε το κεφάλι να πει στα πόδια: «Δεν σας έχω ανάγκη»! 22 Απεναντίας, τα μέλη του σώματος που θεωρούνται σαν τα πιο ασήμαντα, αυτά είναι που χρειάζονται περισσότερο. 23 Και εκείνα τα μέλη του σώματος που τα θεωρούμε σαν τα πιο αξιοπεριφρόνητα, τα περιβάλλουμε με μεγαλύτερη φροντίδα. Και τα μη παρουσιάσιμα μέλη μας, χρειάζεται να τα φροντίζουμε με περισσότερη λεπτότητα, ενώ τα παρουσιάσιμα μέλη μας δεν έχουν ανάγκη. 24 Ο Θεός, λοιπόν, συγκρότησε το σώμα με συγκερασμό δίνοντας μεγαλύτερη σπουδαιότητα σ' εκείνα που μειονεκτούνε, 25 έτσι που να μην υπάρξει διάσπαση στο σώμα, αλλά να δείχνουν τα μέλη την ίδια φροντίδα το ένα για το άλλο. 26 Έτσι, είτε πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν μαζί του όλα τα μέλη· είτε τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη.
 27 Εσείς, λοιπόν, είστε το σώμα του Χριστού και ο καθένας σας κάποιο ξεχωριστό μέλος του σώματος. Ρωμ. 12:5; Εφεσ. 1:23; Εφεσ. 4:12; Εφεσ. 5:23; Κολ. 1:24; 28 Έτσι, αυτούς που αποτελούν το σώμα του Χριστού, ο Θεός τοποθέτησε στην εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτες, τρίτον δασκάλους, έπειτα έρχονται τα θαύματα, κατόπιν ακολουθούν τα χαρίσματα θεραπειών, οι εκδηλώσεις συμπαραστάσεως, τα διοικητικά καθήκοντα, οι ομιλίες διαφόρων γλωσσών. Εφεσ. 4:11; Εφεσ. 2:20; 29 Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως είναι όλοι προφήτες; Μήπως είναι όλοι δάσκαλοι; Μήπως πραγματοποιούν όλοι θαύματα; 30 Μήπως έχουν όλοι χαρίσματα θεραπειών; Μήπως μιλούν όλοι γλώσσες; Μήπως μεταφράζουν όλοι; 31 Επιδιώκετε, λοιπόν, με ζήλο τα καλύτερα χαρίσματα. Επιπρόσθετα, μάλιστα, σας δείχνω κι έναν ασύγκριτα καλύτερο τρόπο ζωής:»…
Κι αν πιστεύω σε μια εκκλησία της πρωτοπορίας προς τη Βασιλεία του Θεού που σέβεται την πολυπλοκότητα των κοινωνικών ιστών και τις χρησιμοποιεί εργαλειακά, τότε θα πρέπει να επιζητώ από τη θεολογία να περιγράψει την κοινωνική μεταβολή και ρευστότητα  του αιώνα τούτου. Και σήμερα χαρακτηρίζουν τον κόσμο μας δυο έννοιες: μετανεωτερικότητα και παγκοσμιοποίηση.
Ο Anderson (1995) προσδιορίζει τον μεταμοντερνισμό ως μία από τις τέσσερις κοσμικές αντιλήψεις:
 την μεταμοντέρνα-ειρωνική, η οποία θεωρεί την αλήθεια ως κοινωνικό κατασκεύασμα,
 την επιστημονική-ορθολογική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια μπορεί να βρεθεί κατόπιν μεθοδικής αναζήτησης,
 την κοινωνική-παραδοσιακή, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια αποτελεί την κληρονομιά του αμερικανικού και εν γένει δυτικού πολιτισμού και
 την νεορομαντική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια βρίσκεται είτε στην απόκτηση αρμονίας με την φύση, είτε στην πνευματική αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού.

Ο όρος «Μεταμοντερνισμός» αναφέρεται σε απόψεις ή κινήματα. Το επίθετο «μεταμοντέρνος», λοιπόν, αναφέρεται στο αντίστοιχο κίνημα, ενώ το «μετανεωτερικός» αναφέρεται στην περίοδο χρόνου που ξεκινά κατά πολλούς τη δεκαετία 1950- 1960 και αποτελεί σύγχρονη ιστορία, αλλά κατ’ άλλους δεν είναι παρά το τελευταίο στάδιο της νεωτερικότητας.

Το φαινόμενο που συμβατικά αποκαλείται μετανεωτερικότητα (postmodernity) είναι αμφίσημο και πολυσύνθετο και για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί θετικά. Πρόκειται περισσότερο για μια εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με τα ελλείμματα, τις διαψεύσεις και τις αποτυχίες του σύγχρονου πολιτισμού, η οποία ελάχιστα φιλοδοξεί να εισηγηθεί μια συμπαγή ερμηνεία της πραγματικότητας με αξιώσεις καθολικής ισχύος. Καθολικής ισχύος νοήματα εξάλλου είναι δύσκολο να αναζητηθούν ή να εφαρμοστούν στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον (Bauman, 2002).

Αν, τώρα, θέλαμε να προσδιορίσουμε «ιδεοτυπικά» το περιεχόμενο της «παγκοσμιοποίησης» θα την ορίζαμε ως την ιστορική στιγμή κατά την οποία επικρατεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη διακίνηση ανθρώπων, ιδεών και αγαθών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υφίστανται πλέον οι τεχνικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί , θεσμικοί και πολιτισμικοί περιορισμοί που εμπόδιζαν τη μέχρι σήμερα επικράτηση των εθνικών και γεωγραφικών οντοτήτων, οι οποίες δομήθηκαν από την αναγέννηση και μέχρι πρόσφατα και αποκρυσταλλώθηκαν στο έθνος- κράτος. Κύριο εργαλείο στην οικονομική, πολιτισμική και θεσμική παγκοσμιοποίηση είναι η εικόνα / το Διαδίκτυο.

Ενώ η θεολογία όπως την ξέρουμε λειτουργεί ως οπισθέλκουσα δυναμική και αδράνεια καλείται σήμερα να καταγράψει τις δυο παραπάνω έννοιες και να καταδείξει σύγχρονους τρόπους πορείας προς την θρησκευτική γνώση. Ο συγκερασμός της παγκοσμιότητας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (glocal) είναι επιβεβλημένος και η θρησκευτική γνώση και άρα και αγωγή πρέπει να εστιάσει σε αυτή την προοπτική.

Η θρησκευτική αγωγή στο «Νέο Λύκειο» έχει αυτή ακριβώς την ευκαιρία: να φέρει το μαθητή, που ήδη από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαιδευτική διαδικασία έχει τη γνώση της θρησκευτικής του παράδοσης, σε επαφή, διάλογο, σύγκριση αρχικά με έναν μεγαλύτερο κύκλο: αυτόν της Ευρώπης.

Στην Α΄ λυκείου λοιπόν είναι μια καλή ευκαιρία να ανοιχτεί στη γειτονιά που λέγεται  Ευρωπαϊκή  Ένωση και να γνωρίσει κι άλλες εκφράσεις της ορθοδοξίας πέραν της ελλαδικής σε πρώτο επίπεδο. Σε δεύτερο επίπεδο να γνωρίσει τις εκφάνσεις του Χριστιανισμού: τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό. Σημειωτέον : στα υπάρχοντα ΑΠ σε όλο το λύκειο μόνο μια διδακτική ενότητα υπάρχει για να μάθει/συγκρίνει ο μαθητής το πολιτισμικό θρησκευτικό υπόβαθρο των συμμαθητών του άλλων ευρωπαϊκών χωρών με τις οποίες ήδη πραγματοποιούνται ανταλλαγές μαθητών .

Στη Β΄ λυκείου ο κύκλος θα πρέπει να ανοίξει προς το παγκόσμιο θρησκευτικό γίγνεσθαι. Η ως τώρα σύντομη και εγκυκλοπαιδική αναφορά στα πέντε μεγάλα θρησκεύματα μόνο  γνώση  προσφέρει. Τα  σύγχρονα ΑΠ πρέπει να στοχεύουν σε : γνώσεις – δεξιότητες (καλύτερα ικανότητες για να μην αποκλείουμε και τους αριστερόχειρες) – στάσεις. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη κριτικής σκέψης είναι μια ικανότητα – στόχος του σύγχρονου σχολείου,. Στο υπάρχον όμως σχολικό εγχειρίδιο αυτό επιδιώκεται μόνο στη σύγκριση της Γιόγκα και της ησυχαστικής προσευχής αλλά κι εδώ  τα συμπεράσματα δίνονται από τους συγγραφείς στερώντας τους μαθητές από την αυτενέργεια. Όσον αφορά στις στάσεις, οι προκατασκευασμένες ερωτήσεις επεξεργασίας του υπάρχοντος εγχειριδίου πόρρω απέχουν από την αλληλεπίδραση που βιώνουν σήμερα οι μαθητές στα πολυπολιτισμικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα  και στις ρευστές, πολλαπλές ταυτότητες της κοινωνικής ροηκότητας. Χρήσιμη επίσης θεωρούμε και την παρουσίαση της Αμερικάνικης θρησκευτικότητας, σύγχρονης  αλλά και πριν την εποίκηση της όπως επίσης  και της θεολογίας της απελευθέρωσης ως παράδειγμα σύγχρονης εφαρμογής του κοινωνικού μηνύματος του χριστιανισμού, αλλά και άλλων τάσεων όπως η φεμινιστική, η μαύρη και η επιστημονική θεολογία.

Εάν θέλουμε μαθητές που να είναι δρώντα υποκείμενα, η Χριστιανική Ηθική της Γ΄ λυκείου θα πρέπει να μετατραπεί σε Θρησκευτική Ηθική. Σε αυτή την περίπτωση οι μαθητές θα πρέπει να συγκρίνουν, με τις ως τώρα θρησκευτικές του γνώσεις,  τις ηθικές των θρησκευόμενων,  ώστε οι στάσεις  τους να γίνουν πιο εύπλαστες και ευέλικτες  για να εξασφαλίσουμε τη συνύπαρξη. Εάν στις δυο προηγούμενες τάξεις παρουσιάζονται οι θρησκείες με το φαινομενολογικό και ίσως το συγκριτικό μοντέλο, στη Γ΄ λυκείου νομίζω ταιριάζει το συγκειμενικό ή της συνάφειας . Οι  ψυχο - παιδαγωγικές και θρησκειο - κοινωνικές προσλαμβάνουσες των μαθητών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό των ΑΠ και νομίζω ο χαρακτήρας του μαθήματος αλλά και των μαθητών απαιτών πιο ευέλικτα και ανοικτά ΑΠ ειδικά στη Γ΄Λυκείου που αυτό θα εκφραζότανε κι από την πολλαπλότητα των σχολικών εγχειριδίων ή και την ανυπαρξία τους και  μόνο καθορισμένους γενικούς στόχους.

Τη ροηκότητα των παγκόσμιων κοσμικών δυνάμεων οφείλουμε να αντιληφθούμε και να τη χρησιμοποιήσουμε στη σύγχρονη εκπαίδευση και στην χριστιανική αγωγή ειδικά, αποφεύγοντας τάσεις αρνησικοσμίας που μας καθιστούν συντηρητικούς ή και οπισθοδρομικούς. Το νέο σχολείο ίσως αποτελεί την ευκαιρία που πρέπει να αρπάξουμε για να καταστήσουμε τη χριστιανική πίστη ως παράγοντα καταλλαγής  και αποδοχής της διαφορετικότητας. Η παγκόσμια συνύπαρξη προϋποθέτει την αγάπη του «άλλου».

 

Πηγή: http://e-lithi.blogspot.com/

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Σταύρος Γιαγκάζογλου: «Τα Θρησκευτικά υποχρεωτικό μάθημα και για όλους»

* Οι προτάσεις του τομέα Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για τα Θρησκευτικά στο νέο Λύκειο – Να δοθεί τέρμα στις απαλλαγές εισηγείται ο Σύμβουλος του Π.Ι., προτείνοντας την καθιέρωση της «Φιλοσοφικής Ηθικής», ως εναλλακτικού μαθήματος
Την εκτίμηση ότι η πολιτική ηγεσία του υπ. Παιδείας, υιοθετώντας τη σχετική εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, θα διατηρήσει και στο νέο Λύκειο το μάθημα των Θρησκευτικών στο βασικό κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, εξέφρασε ο Σύμβουλος του τομέα Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, μιλώντας πρόσφατα στο Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) και στο δημοσιογράφο – θεολόγο Χάρη Ανδρεόπουλο.

Κρίνοντας με βάση παιδαγωγικά κριτήρια ο κ. Γιαγκάζογλου υποστήριξε ότι το ανθρωποκεντρικό σχολείο που οραματίζεται η πολιτεία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να έχει, ως υποχρεωτικά, βασικά ανθρωπιστικά μαθήματα, όπως το θρησκευτικό και το ιστορικό μάθημα. «Δεν μπορεί να νοηθεί εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία», τόνισε ο Σύμβουλος του Π.Ι., αναφέροντας ότι, σε αντίθεση με την πρόταση μιας Επιτροπής διευθυντών που διέρρευσε στο Τύπο και ήθελε τα Θρησκευτικά και την Ιστορία, ως επιλεγόμενα μαθήματα στο νέο Λύκειο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πρόκειται να εισηγηθεί στη πολιτική ηγεσία του υπουργείου τα δύο αυτά - καθώς και άλλα - μαθήματα γενικής παιδείας, να υπάρχουν ως υποχρεωτικά στο νέο Λύκειο, ως «εκ των ων ουκ άνευ» μορφωτικά αγαθά, αν θέλουμε να μιλάμε για ένα Λύκειο που παρέχει πραγματική γενική, ανθρωπιστική παιδεία και όχι κατάρτιση.

«Αν το μάθημα των Θρησκευτικών τεθεί υπό καθεστώς επιλογής, τότε θα μπορεί ένας μαθητής να μην το επιλέξει ποτέ, όχι επειδή δεν συμπαθεί το μάθημα, αλλά απλώς για να ελαφρύνει το πρόγραμμά του. Είναι, όμως, δυνατόν να θεωρήσουμε ότι σ’ αυτόν τον μαθητή παρέχεται εγκύκλια γενική παιδεία;», διερωτήθηκε ο κ. Γιαγκάζογλου, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι, τελικά, θα αναθεωρηθεί η πρόταση της Επιτροπής διευθυντών να γίνει το μάθημα επιλεγόμενο και θα παραμείνει υποχρεωτικό. Γιατί», όπως επεσήμανε, «αν επικρατήσουν κριτήρια που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την ανθρωποκεντρική διάσταση της γενικής εκπαίδευσης και περιθωριοποιούν μαθήματα κορμού, όπως τα Θρησκευτικά και η Ιστορία, τότε Γενικό Λύκειο τινάζεται στον αέρα…».

Ο Σύμβουλος του Π.Ι. αναφερόμενος, ειδικότερα, στην ουσιαστική προσφορά που μπορεί να έχει το θρησκευτικό μάθημα, ειδικά στην εποχή μας, κατά την οποία τα σχολεία μας υποδέχονται όλο και περισσότερο παιδιά μεταναστών, ο κ. Γιαγκάζογλου τόνισε ότι στις μέρες μας ο ειδικός ρόλος του θρησκευτικού μαθήματος για τη διαχείριση των ζητημάτων της διαπολιτισμικότητας είναι αναντικατάστατος, μιας και τα μεταναστόπουλα προέρχονται, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, από διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις και, άρα, θα πρέπει και να δικά μας παιδιά - τα ορθόδοξα Ελληνόπουλα - να ενημερωθούν για το πιστεύω των συμμαθητών τους, αλλά και τα μεταναστόπουλα να ενημερωθούν για τη κεντρική θρησκευτική παράδοση του τόπου που τους φιλοξενεί, για τη ομαλή κοινωνική ένταξή τους.

Ο κ. Γιαγκάζογλου εξέφρασε την εκτίμηση ότι το υπουργείο κινείται προς την κατεύθυνση αναθεώρησης της πρότασης να ενταχθεί στα επιλεγόμενα μαθήμα το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως είχε εισηγηθεί η Επιτροπή διευθυντών και σημείωσε ότι ήδη το υπουργείο έχει συστήσει μια άλλη επιστημονική επιτροπή στην οποία μετέχει και ο πρόεδρος του τμήματος Β/θμιας γενικής εκπαίδευσης του Π.Ι. Χρήστος Δούκας, ο οποίος, όπως εξήγησε ο κ. Γιαγκάζογλου, πρόκειται να μεταφέρει τις προτάσεις που έκανε το Π.Ι. ένα χρόνο ενωρίτερα, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στον εθνικό διάλογο για την Παιδεία.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Π.Ι.
Ποιες είναι, σε γενικές γραμμές, αυτές οι προτάσεις (για το νέο Λύκειο) του Π.Ι.: η ύπαρξη ενός ισχυρού κορμού μαθημάτων εγκύκλιας - γενικής παιδείας (μεταξύ των οποίων και το θρησκευτικό μάθημα) που θα είναι υποχρεωτικά για όλους τους μαθητές και από κεί και πέρα να υπάρχουν εξειδικεύσεις – κύκλοι θεωρητικής και θετικής κατεύθυνσης καθώς και κοινωνικοικονομικών επιστημών που θα έχουν μαθήματα υψηλής και χαμηλής βαρύτητας και σ’ αυτές τις κατευθύνσεις θα μπορούν να υπάρχουν στοχευμένες επιλογές μαθημάτων, ενώ θα πρέπει να υπάρχουν και επιλογές σε μαθήματα ξένων γλωσσών, σε δράσεις πολιτισμού, περιβαλλοντικής αγωγής, κ.ο.κ. Ο κ. Γιαγκάζογλου επεσήμανε, επίσης, ότι το νέο Λύκειο προτείνεται να συνδέεται με τα προγράμματα σπουδών του Δημοτικού και του Γυμνασίου, ασφαλώς δε και με τη τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχοντας, όμως, σε κάθε περίπτωση στο πρόγραμμά του τον κορμό των υποχρεωτικών μαθημάτων γενικής παιδείας, στο πλαίσιο της μορφωτικής του αυτοτέλειας.

Ο Σύμβουλος του Π.Ι. είπε ότι ήδη γίνονται συζητήσεις, υπάρχουν σε εξέλιξη ζυμώσεις και όταν η υπουργός δημοσιοποιήσει στο επίσημο σχέδιο για το νέο Λύκειο, τότε στο πλαίσιο της επίσημης διαβούλευσης θα πρέπει να τοποθετηθούν οι πάντες έτσι ώστε μέσα από ένα δημιουργικό διάλογο να προκύψει το καλύτερο αποτέλεσμα.

ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ως προς τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει το μάθημα ο κ. Γιαγκάζογλου ανέφερε ότι η 11μελής Επιστημονική Επιτροπή για τα νέα προγράμματα του Δημοτικού και του Γυμνασίου σχεδιάζει να προτείνει ένα πολύ πιο ανοικτό χαρακτήρα θρησκευτικού μαθήματος για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Το μάθημα δεν θα είναι θρησκειολογικό, όπως θρυλείται από κάποιους, αλλά ένα μάθημα θεολογικό – παιδαγωγικό το οποίο θα είναι πιο ανοικτό απ΄ ότι είναι σήμερα στις άλλες χριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις, τα άλλα θρησκεύματα και στα μεγάλα ζητήματα που έθεσε η εκκοσμίκευση από τη μετανεωτερικότητα και μετά. Αρα, μιλάμε για ένα μάθημα που θα χωράει όλους του μαθητές χωρίς, φυσικά, να απεμπολεί τον κεντρικό ρόλο της ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης ο οποίος θα είναι απόλυτα κεντρικός, όπως συμβαίνει, κατά ανάλογο τρόπο, και με το μάθημα της Ιστορίας.

Μιλάμε για ένα θρησκευτικό μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό, με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, ένα μάθημα που θα ανοίγεται στις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός) και στις μεγάλες θρησκείες που μας ενδιαφέρουν για το σήμερα (Ισλάμ, Ιουδαϊσμός). Αυτό είναι εξ’ άλλου και το πρόγραμμα των Θεολογικών μας Σχολών», υπογράμμισε ο κ. Γιαγκάζογλου εκφράζοντας τη «απορία για το γεγονός ότι ορισμένοι με φανατισμό και συκοφαντική διάθεση μονίμως έχουν τη τάση να θεωρούν ότι η υπέβαση του κατηχητικού ή του ομολογιακού προτύπου του μαθήματος των Θρησκευτικών θα σημάνει την αλλοίωσή του κάτι που, φυσικά, δεν ισχύει, επ’ ουδενί. Ισα – ίσα, επεσήμανε «αυτό που επιδιώκεται να τονισθεί είναι ο μορφωτικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας της ορθόδοξης Θεολογίας η οποία μεταπλάθει σε γνωσιακά στοιχεία και αξίες παιδαγωγικές την ορθόδοξη παράδοση όπως αυτή σαρκώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού, στην εκκλησιαστική τέχνη, στα κείμενα των Πατέρων, κλπ. Όλα αυτά θα πρέπει να περάσουν στο μαθητή, αλλά με έναν χαρακτήρα καθαρά παιδαγωγικό και γνωσιακό και όχι χαρακτήρα μύησης στη πίστη, διότι αυτή η υπόθεση είναι πάρα πολύ σοβαρή, αλλά η κατήχηση δεν μπορεί να είναι έργο της πολιτείας και του σχολείου, καθώς ξεκάθαρα αποτελεί υπόθεση και έργο της Εκκλησίας»

ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ
Για το θρησκευτικό μάθημα στο Λύκειο ο κ. Γιαγκάζογλου ανέφερε ότι το Π.Ι. πρόκειται να εισηγηθεί το σημερινό μάθημα της Χριστιανικής Ηθικής που διδάσκεται στη σημερινή Γ’ Λυκείου να «εξαπλωθεί» και στην Α’ και Β΄ τάξη του νέου Λυκείου, αλλάζοντας έτσι τη σημερινή λογική ότι στη Α’ τάξη κάνουμε ένα είδος κατήχησης και λειτουργικής, στη Β΄ κάνουμε θρησκειολογία με στοιχεία δογματικής. Η λογική της «θεολογίας των κλάδων», όπως γίνεται στην ακαδημαϊκή θεολογία, δεν μπορεί», υπογράμμισε, «πλέον, να «περπατήσει» στο σημερινό σχολείο». Επίσης, ο κ. Γιαγκάζογλου ανεκοίνωσε – μιλώντας πάντα για το νέο Λύκειο – ότι πρόκειται να προταθεί ένα νέο, εναλλακτικό μάθημα το οποίο θα λέγεται «Φιλοσοφική Ηθική» το οποίο θα βαθμολογείται κανονικά και θα είναι απολύτως ανοικτό στους πάντες και κανένας μαθητής – ακόμη και ετερόδοξος ή αλλόθρησκος - δεν θα μπορεί να έχει επιχειρήματα να μην το παρακολουθήσει. Το εναλλακτικό αυτό μάθημα θα πρέπει να το παρακολουθούν υποχρεωτικά όσοι έχουν τις όποιες αντιρρήσεις τους για το θρησκευτικό μάθημα και μέχρις ότου λυθεί οριστικά το ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος που εμείς το θέλουμε υποχρεωτικό γιατί θεωρούμε ότι η θρησκευτική αγωγή πρέπει να αφορά όλους τους μαθητές και, συνεπώς, να μην απαλλάσσεται κανένας. Παρετήρησε, μάλιστα, ο κ. Γιαγκάζογλου ότι οι περισσότεροι μαθητές που ζητούν και παίρνουν, με την επίκληση λόγων «συνείδησης», απαλλαγή μετά το δικαίωμα που δόθηκε με τις εγκυκλίους Στυλιανίδη τον Αύγουστο του 2008, είναι κυρίως χριστιανόπουλα, ορθόδοξα παιδιά που το κάνουν θέλοντας απλώς να διδάσκονται ένα μάθημα λιγότερο, για λόγους …ελάφρυνσης. Εκδηλώνεται έτσι», τόνισε, «το παράδοξο φαινόμενο να’ χουμε μεταναστόπουλα, παιδιά άλλων θρησκευτικών παραδόσεων που μένουν στη τάξη και παρακολουθούν το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ τα δικά μας φεύγουν στο σπίτι ή βρίσκονται έξω, στην αυλή…Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να σταματήσει, όλοι οι μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, θα πρέπει να βρίσκονται στη τάξη παρακολουθώντας Θρησκευτικά, ή το εναλλακτικό θρησκευτικό μάθημα».

Πηγή: http://eleftherianet.blogspot.com/2010/12/blog-post_26.html

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Μήνυμα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμου για τα Χριστούγεννα 2010

«Αγαπητοί Αδελφοί,

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά

Τα φετινά Χριστούγεννα μοιάζουν να σκιάζονται από τη θλίψη, την ανησυχία, τον σκεπτικισμό και την απογοήτευση των ανθρώπων για το πού οδηγείται η πορεία της Πατρίδας μας και του κόσμου ολόκληρου. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία αγωνιούν και οι νεώτεροι αγανακτούν, νιώθοντας την αβεβαιότητα να απειλεί το μέλλον τους. Όταν η φτώχεια επιτείνεται, όταν απαξιώνεται η ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, καθώς αυτό νοείται ως ηλεκτρονικά ψηφιοποιημένη παραγωγική μονάδα χωρίς σεβασμό στη μοναδικότητα της ύπαρξης και στην ελευθερία που μας χάρισε ο Θεός, όταν οι συνοικίες των πόλεων μετατρέπονται σε αβίωτα γκέτο ετερόκλητων αναξιοπαθούντων πληθυσμών, τότε η χριστουγεννιάτική ατμόσφαιρα δηλητηριάζεται από την απελπισία που μας περιβάλλει. Όμως, όσο εμφανέστερο γίνεται το σκοτάδι τόσο επιτακτικότερη είναι η ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα στο φως. Είναι καιρός να θέσουμε ξανά στο επίκεντρο της ζωής μας τον Χριστό. Να θυμηθούμε ότι "ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει είδε φως μέγα". Είδε "φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν", διότι "επεσκέψατο ημάς, εξ ύψους ο Σωτήρ ημών,..., και οι εν σκότει και σκιά, εύρομεν την αλήθειαν".

Η ενανθρώπηση και η γέννηση του φτωχού και αστέγου Θείου Βρέφους σε καιρούς ταραγμένους, γεμάτους αδικία, διαφθορά και διαπλοκή πραγματοποιεί τον σκοπό για τον οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος. Σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού είναι η θέωση του ανθρώπου: "Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται". Η ελπίδα του ανθρώπου βρίσκεται στη γέννηση, τον σταυρό και την ανάσταση του Χριστού, του μόνου αληθινού κυρίαρχου της Οικουμένης, του Δημιουργού και Σωτήρα όλης της κτίσεως, και όχι στους κατά καιρούς ποικίλους Ηρώδες που καταδυναστεύουν τις ζωές των ανθρώπων για να διατηρήσουν τη θνητή εξουσία τους.

"Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός". Ας συνειδητοποιήσουμε σε τί τραγικό κόσμο και μεταβατική εποχή επέλεξε, ο Θεός να σαρκωθεί και ας αντλήσουμε δύναμη και αισιοδοξία για το σήμερα και το αύριο. Ας μην λησμονούμε ότι ο εν σπηλαίω γεννηθείς και εν φάτνη ανακλιθείς Κύριος είναι ο Εμμανουήλ, που σημαίνει "μεθ' ημών ο Θεός". (Ματθ. 1, 23). Ο Θεός είναι μαζί μας και όπως δεν μας εγκατέλειψε κάθε φορά που το γένος και το έθνος μας βρέθηκαν σε δυσκολιες και δοκιμασίες, έτσι θα πράξει και τώρα. Δικό μας καθήκον είναι να πολεμήσουμε τον αμοραλισμό, να αντισταθούμε στον πνεύμα της φιλαυτίας και του ατομοκεντρισμού και να επιτρέψουμε στον Θεό να γεννηθεί στις καρδιές και στα σπίτια μας.

Η καινούργια χρονιά που θα ανατείλει μετά τα Χριστούγεννα θα είναι δύσκολη. Ο κόσμος που ζούμε απειλείται από τις συνέπειες της απληστίας και της εκπτώσεως των αξιών. Η ζωή των ανθρώπων ευτελίζεται από την εκμετάλλευση, τη βία, τη φτώχεια και τη δυστυχία και πληρώνει το κόστος από την περιφρόνηση της αγάπης και της δικαιοσύνης.

Όμως, ας μην αφήσουμε τη θλίψη και την αγωνία να φωλιάσουν στις καρδιές μας. Ο καινούργιος χρόνος ας γίνει ευκαιρία υπερβάσεως των δυσκολιών και των δοκιμασιών και αφορμή να επαναπροσδιορίσουμε τα πρωτεύοντα και τα ουσιώδη του βίου μας.

Αδελφοί μου και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Ας αφήσουμε το φως των Χριστουγέννων να πλημμυρίσει την ύπαρξή μας και τα χείλη μας ας ψάλλουν το χαρμόσυνο μήνυμα: "Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία".

Καλά και Άγια Χριστούγεννα και ευλογημένος ο νέος χρόνος.

Με πατρικές ευχές και αγάπη

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ».

Πηγή: http://exagorefsis.blogspot.com/2010/12/2010_23.html

Χριστουγεννιάτικο μήνυμα Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιου

" Παιδίον εγεννήθη ημιν" ( Ησ. 9:5).

Στην σκληρότητα που δεσπόζει στον κόσμο, ο Λυτρωτής έρχεται ως “παιδίον”· προβάλλοντας από την πρώτη στιγμή την αγνότητα, η οποία συμπυκνώνει μια δυναμική μυστική και αναρίθμητες δυνατότητες. Με αυτή την ήρεμη και άφοβη αθωότητα, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού αντικρίζει, τη γεμάτη πονηρία και ραδιουργία διεφθαρμένη ανθρώπινη πραγματικότητα. "Ακακίας γάρ σύμβολον το αρτιγενές εστί παιδίον· νέα γαρ ώσπερ κτίσις το βρέφος", επισημαίνει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Το παιδί έχει μια ομορφιά με πρωτόγονη ισχύ, όμως τόσο εύθραυστη.

Την αγνότητα της καρδιάς -- εκεί όπου γεννιούνται οι επιθυμίες και οι διαθέσεις-- ζήτησε από τούς δικούς Του ο Λυτρωτής του κόσμου. Όχι τόσο την εξωτερική επιφάνεια κάποιας ευσεβείας, αλλά κυρίως την καθαρότητα του βάθους της υπάρξεως. Σε ώριμη, αργότερα, ηλικία, ο Χριστός, καθώς αντιμετώπιζε την πολεμική των δήθεν θεοφοβούμενων Φαρισαίων και των σκεπτικιστών Σαδδουκαίων, προειδοποίησε: "Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών". Ευλόγησε και αγκάλιασε τα παιδιά και δήλωσε: "Των γάρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού" (Μάρκ. 10:14). Σε όσους είναι σαν κι αυτά στην απλότητα, στην αγαθοσύνη, "τοιούτων τουτέστιν των εχόντων εκ φύσεως την ακακίαν και μετριοφροσύνην προαιρετικώς κτησαμένην, ην τα παιδία έχουσιν από φύσεως", εξηγεί ο αρχιεπίσκοπος Θεοφύλακτος. Και ο Χριστός επιμένει: "Αμήν, λέγω υμίν, ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν" (Μάρκ. 10:15, Λουκ. 18:17).

Σε άλλη ευκαιρία, ζωγραφίζοντας το ήθος, τη στάση ζωής αυτών τους οποίους αναγνωρίζει δικούς Του, βεβαιώνει: "μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται" (Ματθ. 5:8). Όσοι έχουν καρδιά καθαρή θα δουν πρόσωπο προς πρόσωπο τον Θεό και θα έχουν αληθινή σχέση κοινωνίας μαζί Του. Αυτοί είναι όντως μακάριοι.

* *

"Παιδίον εγεννήθη ημίν". Η αθωότητα και αγνότητα του "παιδιού", του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού, του "νέου Αδάμ", του νέου ανθρώπου, σύντομα θα αντιμετώπιζε τη σκληρότητα και την πονηριά του παλαιού, του πεπτωκότος Αδάμ, πού προβάλλονται με όλη τους, την ένταση στο πρόσωπο του Ηρώδη. "Πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου", ζήτησε ο πανούργος δυνάστης από τούς σοφούς της Ανατολής, τούς Μάγους, "επάν δε εύρητε, απαγγείλατε μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ" (Ματθ. 2:8). Ο διεφθαρμένος και αδίστακτος ηγεμόνας σχεδιάζει να τελειώσει το συντομότερο με την απειλή πού διαισθάνεται ότι κρύβει ο νεογέννητος Ιησούς, η σαρκωμένη αγνότητα. Η ιστορία των Χριστουγέννων ολοκάθαρα αποκαλύπτει αυτή τη σύγκρουση: Η διαφθορά ενάντια στην αγνότητα. Και η αγνότητα ενάντια στη διαφθορά -μεγάλης ή μικρής εξουσίας.

Εκ πρώτης όψεως, το αποτέλεσμα της συγκρούσεως φαίνεται προκαθορισμένο. Η συντριβή της αγνότητος, η επικράτηση της διαφθοράς φαίνονται αναπόφευκτες. Μακροπρόθεσμα όμως, επιβάλλεται στην παγκόσμια συνείδηση η κρυστάλλινη καθαρότητα του Ιησού και βυθίζεται στην περιφρόνηση η διεφθαρμένη μορφή του Ηρώδη. Διότι αυτό το "παιδίον" πού γεννιέται είναι κατ' ουσίαν ο "Υιός του Θεού πού έχει την πραγματική εξουσία: "… και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος" (Ησ. 1:6).

Η καθαρότητα, η αγιότητα ψυχής του Ιησού δεν έχει καμιά σχέση με την απλοϊκότητα ή την αδυναμία. Αντίθετα, αναδεικνύεται θαρρετή και αλύγιστη. Ο Ιησούς Χριστός στηλιτεύει την υποκρισία, τις αδικίες, τη διαφθορά. Και η κριτική του αντηχεί καθοριστικά στη διάρκεια της ιστορίας του κόσμου, ανατρέποντας ισχυρά και διεφθαρμένα κατεστημένα.

* *

Η Γέννηση του Σωτήρος Χριστού ανοίγει τα μάτια μας για να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην αθωότητα και καθαρότητα των παιδικών ματιών, σε όποια γωνιά του πλανήτη και αν πρωτοείδαν το φώς. Να τα δούμε με σεβασμό και στοργή. Και να εκφράσουμε, προς όσα παιδιά μπορούμε, ανυπόκριτο, έμπρακτο ενδιαφέρον.

Αλλά ακόμη, να αναζητήσουμε μέσα μας, στα βάθη της ψυχής μας, το "παιδίον", την αγνότητα· πού, κυνηγημένη από την εγωιστική πλευρά του εαυτού μας --η οποία θυμίζει διεφθαρμένο Ηρώδη--, έχει ξενητευθεί σε κάποια γωνιά του υποσυνειδήτου μας. Παρά τις αλλοιώσεις πού επιφέρει η ζωή, κάθε άνθρωπος κρύβει σε κάποια πτυχή της ψυχής του κάτι από την πρωτογενή παιδική αθωότητα. Να δώσουμε στην καθαρότητα και αγνότητα -- σκέψεων, διαθέσεων, κινήτρων -την πρέπουσα θέση στη ζωή μας.

Ασφαλώς, είναι καλές οι ανακοινώσεις και χρήσιμες οι αποφάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αναγκαία η αναζήτηση νέων μεθόδων και συστημάτων για την πάταξή της. Αλλά, όπως έχει περίτρανα αποδειχθεί από όσα καθημερινά έρχονται στο φώς, οι τρόποι και οι μέθοδοι διαφυγής των κυρώσεων είναι περισσότεροι. Η διαφθορά πηγάζει από τον νου και την καρδιά.. Και εκεί πρέπει μακροπρόθεσμα, μαζί με τα άμεσα τεχνικά μέτρα, να κατευθυνθεί η θεραπευτική αγωγή της κοινωνίας μας. Αρχίζοντας από την ορθή αγωγή των παιδιών, των μικρών και των μεγάλων, κάνοντας τους να αγαπήσουν την ομορφιά της αγνότητος και της τιμιότητος, Να μάθουν να αποστρέφονται την απάτη· και να μην καμαρώνουν γι’ αυτήν. Να συνειδητοποιήσουν ότι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα και η δικαιοσύνη, όλες αυτές οι μορφές της αγνότητος στο ώριμο βίο, δεν είναι αδυναμία αλλά ιδιότητες ευγενικού και αδαμάντινου χαρακτήρα --πού τελικά παραμένει ό, τι πιο πολύτιμο για την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

* *

"Παιδίον εγεννήθη ημίν". Σ’ αυτή τη μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, ας δεηθούμε, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού να μάς χαρίσει κάτι από την ήρεμη αθωότητα και την άφοβη αγνότητα Του. Να μάς δωρίσει καθαρότητα διαθέσεων, αισθημάτων, κινήτρων, ενεργειών. Και να μάς φωτίσει, με τη δύναμη της αλήθειας και της αγάπης Του, να αντιστεκόμαστε σταθερά σε κάθε μορφή διαφθοράς --εξωτερικής ή εσωτερικής.

Ευλογημένα Χριστούγεννα. Γεμάτος φώς και ελπίδα ο Νέος Χρόνος»

Πηγή: http://exagorefsis.blogspot.com/2010/12/blog-post_6747.html

Μήνυμα Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεοδώρου Β' για την εορτή των Χριστουγέννων

«Το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός της Γέννησης του Θεανθρώπου, ανέτρεψε την ιστορία της ανθρωπότητας κατά τρόπο επαναστατικό. Κι αυτό διότι σ΄ένα κόσμο όπου κυριαρχούσε το δίκαιο του ισχυροτέρου, ο Υιός του Θεού ήρθε να αμφισβητήσει το κατεστημένο και να ταυτιστεί με τους αδύναμους και τους καταπιεσμένους», τονίζει ο Θεόδωρος Β', Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του.

Το μήνυμα του Θεοδώρου Β' για την εορτή των Χριστουγέννων έχει ως εξής:Αδελφοί μου αγαπητοί και ευλογημένοι,

Το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός της Γέννησης του Θεανθρώπου, ανέτρεψε την ιστορία της ανθρωπότητας κατά τρόπο επαναστατικό. Κι αυτό διότι σ΄ένα κόσμο όπου κυριαρχούσε το δίκαιο του ισχυροτέρου, ο Υιός του Θεού ήρθε να αμφισβητήσει το κατεστημένο και να ταυτιστεί με τους αδύναμους και τους καταπιεσμένους.

Σκόπιμα και συνειδητά στράφηκε προς εκείνους που είχαν απορριφθεί και απομονωθεί όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά συχνά και από τις ίδιες τους τις οικογένειες. Τους μίλησε, τους άγγιξε, έφαγε μαζί τους, τους έκανε μετόχους της Θείας χάρης και αφέσεως. Εξέφρασε έμπρακτα την αγάπη και την αποδοχή του Θεού προς αυτούς!

Με τη στάση του αυτή ο Χριστός έδειξε πως η μέριμνα για τον άλλο μαρτυρεί περίτρανα την πίστη ότι ο κάθε συνάνθρωπος είναι άξιος της αγάπης του Θεού. Μέριμνα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη μόνο ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του άλλου, αλλά και προσφορά προς αυτόν της ελπίδας και της δυνάμης, ότι μπορεί να απελευθερωθεί από τα περιοριστικά δεσμά της βιωτής του.

Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η κοινωνία μας δείχνει το σκληρό της πρόσωπο και με περισσή ευκολία στιγματίζει και απομονώνει ανθρώπους. Χαρακτηριστικό - και τραγικό συνάμα - είναι το παράδειγμα της γενιάς των 18 εκατομμυρίων παιδιών της Αφρικής που έχασαν τον ένα ή και τους δύο γονείς τους από τη θανατηφόρο ασθένεια του AIDS.

Εγκλωβισμένα στο φαύλο κύκλο της συντριπτικής φτώχειας, της πείνας, της αμάθειας, της διαφθοράς και των πολέμων, τα παιδιά αυτά γεμίζουν τα ορφανοτροφεία και ακόμη συχνότερα βρίσκονται στο δρόμο, αγωνιζόμενα για την επιβίωση τους. Αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα της μεγαλύτερης για τη Μαύρη Ήπειρο καταστροφής από την εποχή της δουλείας.

Το στίγμα συνοδεύεται από την απόρριψη της οικογένειας και των φίλων, την απώλεια της προοπτικής ενός ευτυχισμένου μέλλοντος, την εμπειρία διακρίσεων κάθε είδους. Τα στιγματισμένα αυτά παιδιά με πίκρα βιώνουν τη μοναξιά του κοινωνικού αποκλεισμού. Βρίσκονται ευάλωτα μπροστά στον κίνδυνο του υποσιτισμού, της κακοποίησης και της απόρριψης από το σχολείο, περιμένοντας απλώς το τέλος χωρίς καμμία θεραπευτική αγωγή και ψυχολογική υποστήριξη...

Αδελφοί μου πολυτίμητοι,

Η κρίση των πασχόντων από τη ασθένεια του AIDS θέτει υπό δοκιμασία την ανθρωπιά μας και αποδεικνύει πως συχνά η εγωκεντρική και ανταγωνιστική μας κοινωνία παραμένει μόνο κατ' όνομα χριστιανική. Κι αυτό διότι λείπει η δύναμη προσέγγισης στον πόνο του άλλου με κατανόηση και αγάπη, η ικανότητα βίωσης της ανθρώπινης αλληλεγγύης σε όλη της τη διάσταση.

Επιβεβαιώνοντας την δυναμική της Ορθοδοξίας, η ιεραποστολή του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής προσεγγίζει τους πάσχοντες από AIDS με αγάπη χριστιανική, η οποία «μακροθυμεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου λογίζεται το κακόν». Παρέχει πνευματική και υλική βοήθεια, φροντίζει για τη συμμετοχή τους στην πνευματική και την κοινωνική ζωή.

Επισκεπτόμενος συχνά τα ιεραποστολικά μας κλιμάκια διαπιστώνω πως η απλή επαφή έχει τη δύναμη να φέρει ειρήνη, γαλήνη στην ταραγμένη θάλασσα της ψυχής τους, ύφεση στους ανέμους της θλίψης, που προκαλεί η ορφάνια. Βλέπω πως το βάλσαμο της χριστιανικής αγάπης εξαφανίζει το φόβο της ασθένειας και της μοναξιάς και διατηρεί άσβεστη τη φωτιά της δύναμης και της θέλησης.

Γι΄ αυτό το λόγο τα φετινά Χριστούγεννα μας βρίσκουν να εντείνουμε τις προσπάθειες μας, ώστε να απαλύνουμε τον πόνο μέσα από μια εκστρατεία αγάπης. Μια εκστρατεία υποστήριξης των πασχόντων αλλά και ευαισθητοποίησης των τοπικών κοινωνιών, προκειμένου η μάστιγα του AIDS να αποβεί ευκαιρία ανάδειξης της πνευματικότητάς μας και της ανθρωπιάς μας. Διότι υπηρετώντας τον εμπερίστατο συνάνθρωπο, υπηρετούμε τον ίδιο τον Χριστό και μαρτυρούμε την προφητική αποστολή της Εκκλησίας, την ελπίδα.

Την ελπίδα να επανακαθοριστούν οι ανθρώπινες σχέσεις ως θεόδοτο δώρο, ως έκφραση της δυναμικής μέθεξης των δύο μοναδικών μας στοιχείων, της ψυχής και του σώματος. Την ελπίδα να αναστηλωθεί η αγάπη ως η θεμελιώδης αξία του κόσμου μας, επί της οποίας να στηρίζεται η αληθινή ευτυχία και η εσωτερική ανάπτυξη του ανθρώπου.

Την ελπίδα που παραμένει άσβεστη από τότε που ο ιστορικός χρόνος τμήθηκε από τη Γέννηση του Θεανθρώπου και άλλαξε η πορεία της ανθρωπότητας!

† Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ Β΄

Πάπας καί Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής


Πηγή: http://exagorefsis.blogspot.com/2010/12/blog-post_1213.html

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

H θέση των Θρησκευτικών στο νέο Λύκειο

Του Νίκου Παύλου,
Θεολόγου - Ιστορικού,
Δ/ντού του 14ου Γ/σίου Λάρισας

Τον τελευταίο καιρό, εξαιτίας της προσμονής των αποφάσεων του Υπουργείου Παιδείας για το Νέο Λύκειο έχει αρχίσει ένας διάλογος σχετικά με τη μορφή που θα έχει και ποια από τα μαθήματα που ήδη υπάρχουν στο Ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων θα παραμείνουν ως υποχρεωτικά ή θα θεωρηθούν επιλεγόμενα για τους μαθητές. Αν και είμαι σίγουρος ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί –μεταξύ αυτών και εγώ- θα εύχονταν τα μαθήματα της ειδικότητάς τους να ανήκουν στα υποχρεωτικά, σπεύδω να τονίσω πως η μεγάλη πρόκληση για ένα μάθημα θα ήταν να ενταχθεί στην δεύτερη κατηγορία, γιατί έτσι θα αναδεικνύονταν και η πραγματική απήχηση που έχει στους μαθητές, στις οικογένειές τους και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα, ενώ θα έβγαιναν και ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το είδος των κριτηρίων που κάνουν ένα μάθημα να θεωρείται δημοφιλές ή όχι. Με άλλα λόγια θα δίνονταν ίσως απαντήσεις για ποιους λόγους κάποια μαθήματα θεωρούνται, ακόμη και σήμερα, «σημαντικά» και κάποια άλλα «δευτερεύοντα».

Δε χωράει αμφιβολία πως ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορά το μάθημα των Θρησκευτικών. Εκτός των άλλων με το σχετικό διάλογο, που ήδη έχει αρχίσει, δόθηκε η δυνατότητα να ακουστούν πολλές απόψεις για το χαρακτήρα του, αν δηλαδή θα είναι κατηχητικός-ομολογιακός, με αποτέλεσμα μαθητές των σχολείων μας να απαλλάσσονται από αυτό, ή γνωσιολογικός (θα παρέχει δηλαδή γνώσεις) που θα αφορά όλους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα στο οποίο ανήκουν.
Σίγουρα το ιδανικό είναι να απευθύνεται οπωσδήποτε σε όλα τα παιδιά που φοιτούν στο ελληνικό σχολείο, γιατί έτσι καλλιεργείται και η έννοια της ισονομίας, αφού το δικαίωμα στη γνώση –στην οποία ανήκει και η θρησκευτική- πρέπει να είναι προσβάσιμο από όλους. Σε διαφορετική περίπτωση το μάθημα θα καταντήσει «φτωχός συγγενής» του εκπαιδευτικού συστήματος, και αν τοποθετηθεί στα επιλεγόμενα, δεν προβλέπεται ευοίωνο το μέλλον του
Αυτή όμως η θέση είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από συγκεκριμένες ρεαλιστικές προτάσεις για να γίνει εφαρμόσιμη. Ταυτόχρονα ένας ενδεχόμενος γνωσιολογικός χαρακτήρας των Θρησκευτικών δεν πρέπει να θίγει ευαισθησίες. Αυτό σημαίνει πως το κέντρο του θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ο χριστιανισμός και η ορθοδοξία ειδικότερα. Αφού ζούμε σε μία χώρα στην οποία ο χριστιανισμός και η ορθοδοξία αποτελούν πυλώνα θρησκευτικής πίστης και πολιτισμού, έχοντας έτσι δημιουργήσει τρόπους ζωής, δύσκολα θα γίνουν κατανοητές παράμετροι της ελληνικής, αλλά και της ευρωπαϊκής κοινωνίας γενικότερα, αν δεν υπάρχει συστηματική ενασχόληση με τις χριστιανικές αξίες και αρχές.
Τα παραπάνω συνδέονται οπωσδήποτε και με τη θέση που θα έχουν τα Θρησκευτικά - ως διδακτικό αγαθό πλέον- στο Νέο Λύκειο, αλλά και στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα. Με άλλα είναι απαραίτητο το Αναλυτικό Πρόγραμμα του μαθήματος να είναι σύγχρονο, να απευθύνεται σε σημερινά παιδιά και να «μιλάει» με τα ενδιαφέροντα και τους προβληματισμούς τους.

Πάντως η σημερινή εικόνα των Θρησκευτικών στο Λύκειο δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Όπως λοιπόν είναι γνωστό, στην Α΄ Λυκείου διδάσκονται αρχές Λειτουργικής, στη Β΄ στοιχεία Δογματικής (και δίνονται ελάχιστες πληροφορίες για τα άλλα θρησκεύματα) και στη Γ΄ Λυκείου Χριστιανική Ηθική. Η αναδιάρθρωση αυτής της ύλης είναι σίγουρα αναγκαία. Για να γίνει όμως και λειτουργική θα πρέπει να συνδυαστεί με τον τρόπο που το Αναλυτικό Πρόγραμμα θα γίνεται διδακτικό αγαθό. Απαιτούνται λοιπόν οπωσδήποτε βιβλία, που το περιεχόμενό τους θα εναρμονίζεται με τα ενδιαφέροντα και τις ευαισθησίες των σύγχρονων ανθρώπων. Ταυτόχρονα θα πρέπει η μορφή τους να είναι ελκυστική και μοντέρνα, γιατί, όπως γνωρίζουν πλέον οι πάντες , δεν είναι αρκετές μόνο οι καλές ιδέες, αλλά και ο τρόπος που προσφέρονται. Γιατί και αυτός έχει σημαντικό μερίδιο στην προσπάθεια των εκπαιδευτικών για αφομοίωσή τους. Εδώ, πολύτιμος αρωγός, είναι σίγουρα οι ΤΠΕ (Τεχνολογίες Πληροφορίας Επικοινωνίας), που θα αποτελέσουν ένα μέσο αποδοτικότερης παρουσίασης της θρησκευτικής ύλης.

Τελειώνοντας, να τονιστεί πως τα Θρησκευτικά είναι ένα σημαντικότατο εργαλείο μάθησης, και μπορούν να βοηθήσουν το μαθητή να κατανοήσει παραμέτρους της σύγχρονης πραγματικότητας και να συμβάλλουν στην προσπάθεια για ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Για να γίνει όμως αυτό είναι απαραίτητο να προσφέρονται σε όλους, αφού δε νοείται ο αυριανός πολίτης να έχει αποκλειστεί στα μαθητικά του χρόνια από την πρόσβαση στη θρησκευτική γνώση, και να αλλάξει το Αναλυτικό Πρόγραμμα του μαθήματος. Οπότε, σε αυτή την περίπτωση, δύσκολα θα εξαιρεθεί από τα υποχρεωτικά μαθήματα του Ωρολογίου Προγράμματος των Λυκείων. Αλλά και αυτό ακόμη να γίνει, θα είναι, όπως τονίστηκε και στην αρχή του άρθρου, μία μεγάλη πρόκληση και για τους μάχιμους θεολόγους και για το ίδιο το μάθημα.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφίλου

«Παιδίον  εγεννήθη  ημίν, υιός  και  εδόθη ημίν, ου η  αρχή  εγενήθη  επί  του ώμου  αυτού»
(Ησαΐου 9, 6).               

Η  ανά  τα πέρατα  τής  οικουμένης  Ορθόδοξος  του  Χριστού  Εκκλησία εορτάζει σήμερον μυστήριον ανήκουστον και  παράδοξον. Πανηγυρίζει  γεγονός  υπερβαίνον  τήν  ανθρωπίνην  διάνοιαν και δύναμιν. Διαλαλεί το γεγονός της του Θεού   συγκαταβάσεως προς τον άνθρωπον. Βιώνει και  πάλιν  τήν  αλήθειαν  ότι  ο  Θεός,  ο  εξ  αγάπης  πλάσας  τον άνθρωπον,  δεν εγκατέλειψεν αυτόν αποστατήσαντα και πορευόμενον εις τας αδιεξόδους  οδούς  της πλάνης,  της απάτης  και  τής  φθοράς. Ο Θεός Πατήρ εξ άκρας φιλανθρωπίας  ενεργών,  απέστειλεν επ  ἐσχάτων των χρόνων, επί Ρωμαίου αυτοκράτορος Καίσαρος Οκταβιανού Αυγούστου, τον Υιόν  Αυτού  τον Μονογενή  εις τόν  κόσμον, « ίνα  σώση  τόν  κόσμον» (Ιω. 12, 47). Ο Υιός και Λόγος του Θεού «σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» ( Ιω. 1, 14),  «εν  ομοιώματι  ανθρώπου εγένετο, και  σχήματι  ως  άνθρωπος  ευρέθη» (Φιλιππ. 2, 7 ).Το  μυστήριον  τούτο  το  πρώτον εν  Ναζαρέτ  υπό  του  Αρχαγγέλου  Γαβριήλ  εις  Παρθένον  κόρην  ευηγγελίσθη, ότι  συμφώνως  προς την του Ησαΐου  πρόρρησιν: «η  Παρθένος  εν  γαστρί  έξει  και  τέξεται  Υιόν  και  καλέσουσι το  όνομα  αυτού Εμμανουήλ,  ο  εστι  μεθερμηνευόμενον  μεθ’ ημών ο  Θεός» (Ματθ. 1, 23 ).
 Το μυστικώς ευαγγελισθέν εις Ναζαρέτ, εις την πόλιν ταύτην της Βηθλεέμ εμφανέστερον εις τους ανθρώπους απεκαλύφθη. Εις το απέριττον Θεοδέγμον τούτο σπήλαιον ο Χριστός εκ της Παρθένου εν φάτνη των αλόγων ετέχθη και υπ  αὐτῆς ως βρέφος εσπαργανώθη (Λουκ. 2, 6-7). Εις τούτο, μάγοι εξ Ανατολών υπό αστέρος οδηγούμενοι, τα δώρα αυτών τω τεχθέντι βασιλεί προσήνεγκον (Ματθ. 2, 12). Εις τούτο ποιμένες αγραυλούντες, εκ της ομόρου κώμης των ποιμένων προσελθόντες, «βρέφος εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη είδον» (Λουκ. 1, 12-13). Εις τους ουρανούς της πόλεως ταύτης άγγελοι την γέννησιν του άρχοντος της ειρήνης τρανώς διελάλησαν δια του: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνης, εν ανθρώποις ευδοκία» ( Λουκ. 2, 14 ).
 Το γεγονός της του Χριστού ενανθρωπήσεως και τον τόπον τούτον της αυτού αποκαλύψεως αοίδιμοι Πατριάρχαι τής  Εκκλησίας Ιεροσολύμων και ευσεβείς Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ως ο Μέγας Κωνσταντίνος και η  Αγία Ελένη, ο Ιουστινιανός  και Εμμανουήλ ο Κομνηνός, ετίμησαν δια της μεγαλειώδους ταύτης Βασιλικής, του σεμνώματος τούτου της Αγίας Γης και της πόλεως της Βηθλεέμ.
 Εις τούτον τον ναόν ως και εις πάντας της εκκλησιαστικής   αυτής δικαιοδοσίας η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, επετέλεσεν ανά τους αιώνας το αγιαστικόν, λυτρωτικόν, ειρηνευτικόν και συνδιαλλακτικόν έργον του Ιδρυτού αυτής. Επετέλεσε τούτο κηρύσσουσα ενανθρώπησιν, ήτοι  λατρεύουσα Χριστόν «ουχί ως θεοφόρον άνθρωπον, αλλ’ ως σωματωθέντα Θεόν», κατά τον θεοφόρον Κύριλλον Αλεξανδρείας και Γρηγόριον Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν.
 Τούτον τον λόγον τον σωτήριον, ότι «Θεός ενηνθρώπησε, ίνα  ημείς θεοποιηθώμεν» κατά τον Μέγαν Αθανάσιον, επόμενοι  τοις Πατράσι ημών και επευλογούντες Πατριαρχικώς και Πατρικώς, κηρύσσομεν και Ημείς σήμερον από των κόλπων της Μητρός των Εκκλησιών, από του Θεοδέγμονος τούτου Σπηλαίου, εις το ποίμνιον Ημών εν τη Αγία Γη και οπουδήποτε και εις πάντα άνθρωπον. Κηρύσσομεν Θεού συγκατάβασιν και ανθρώπου πρόσληψιν και υιοθεσίαν. Θεού πτωχείαν και κένωσιν και ανθρώπου πλούτον και πλήρωσιν. Ειρήνην την πάντα νουν υπερέχουσαν τοις μακράν και τοις εγγύς. Δικαιοσύνης μάθησιν εις τους ενοικούντας επί της γης. Σεβασμόν της ελευθερίας εκάστου ανθρωπίνου προσώπου ως εικόνος του Θεού και των εθνικών γεωγραφικών ορίων εκάστου λαού, ως «ο Θεός ώρισε τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πραξ. 17, 26).
Εν τη Αγία Πόλει Βηθλεέμ,  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2010.
Διάπυρος προς Κύριον Ευχέτης,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ’
Πατριάρχης Ιεροσολύμων

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Το Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη

Αγαπητοί αδελφοί συλλειτουργοί και τέκνα εν Κυρίω ευλογημένα,
Μέσα εις την ανά τον κόσμον επικρατούσαν τελευταίως σκοτεινήν ατμόσφαιραν της σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οικονομικής, κοινωνικής, ηθικής και, κυρίως, πνευματικής, η οποία πολύν θυμόν, πολλήν πικρίαν, πολλήν σύγχυσιν, πολλήν αγωνίαν, πολύ άγχος, πολλήν απογοήτευσιν και πολύν φόβον δια την αύριον προξενεί εις τους ανθρώπους, γλυκεία ακούεται η φωνή της Εκκλησίας:
«Δεύτε, πιστοί, επαρθώμεν ενθέως και κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν άνωθεν εν Βηθλεέμ προς ημάς εμφανώς...»
(Ιδιόμελον ΣΤ΄  Ώρας Χριστουγέννων).

Πίστις ακλόνητος των Χριστιανών είναι ότι ο Θεός δεν παρακολουθεί αφ' υψηλού και αδιαφόρως την πορείαν του κατ' εικόνα και ομοίωσίν Του υπό του ιδίου, αυτοπροσώπως, πλασθέντος ανθρώπου.
Τούτου ένεκα και η ενανθρώπησις του Μονογενούς Υιού και Λόγου Του ήτο απ' αρχής η «ευδοκία» Του, το πρώτιστον θέλημά Του, η «προαιώνιος βουλή» Του. Να αναλάβη ο Ίδιος, εξ υπερβολής αγάπης, την ανθρωπίνην φύσιν που έπλασε, και να την καταστήση «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β  Πέτρ. 1: 4). Και τούτο, προ της πτώσεως των Πρωτοπλάστων, προ και αυτής της πλάσεώς των!
Μετά την πτώσιν των Πρωτοπλάστων, η «προαιώνιος βουλή» της Σαρκώσεως περιέλαβε τον Σταυρόν, το Άχραντον Πάθος, τον Ζωοποιόν Θάνατον, την εις Άιδου Κάθοδον, την Τριήμερον Έγερσιν, ώστε η παρείσακτος αμαρτία, που εδηλητηρίασε τα πάντα, και ο λαθρεπιβάτης της ζωής θάνατος να τεθούν τελείως και οριστικώς εκποδών, και ο άνθρωπος να απολαύση ακεραίαν την Πατρικήν κληρονομίαν της αιωνιότητος.
Αλλ' η θεϊκή συγκατάβασις των Χριστουγέννων δεν περιορίζεται μόνον εις τα της αιωνιότητος. Αφορά και εις τα της επί γης πορείας ημών. Ο Χριστός ήλθεν εις τον κόσμον δια να ευαγγελισθή την Βασιλείαν των Ουρανών και να μας εισαγάγη εις αυτήν, αλλ' ήλθεν επίσης ευεργετών και ιώμενος την ανθρωπίνην ασθένειαν.
Εχόρτασε θαυματουργικώς κατ' επανάληψιν τα πλήθη των ακροατών του λόγου Του, εκαθάρισε λεπρούς, εστερέωσε παραλύτους, εχάρισε το φως εις τυφλούς, την ακοήν εις κωφούς και την ομιλίαν εις αλάλους, απήλλαξε δαιμονισμένους από τα ακάθαρτα πνεύματα, ανέστησε νεκρούς, υπεστήριξε το δίκαιον των αδικουμένων και λησμονημένων, εστηλίτευσε τον αθέμιτον πλουτισμόν, την προς τους πτωχούς ασπλαγχνίαν, την υποκρισίαν και την «ύβριν» εις τας ανθρωπίνας σχέσεις, έδωκεν εαυτόν υπόδειγμα εθελουσίου κενωτικής χάριν των άλλων θυσίας!
Ίσως η διάστασις αύτη του μηνύματος της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να προσεχθή περισσότερον κατά τα σημερινά Χριστούγεννα.
Πολλοί συνάνθρωποι και συγχριστιανοί δοκιμάζουν φοβερόν πειρασμόν εκ της σοβούσης κρίσεως.
Είναι αναρίθμητοι αι στρατιαί των ανέργων, των νεοπτώχων, των αστέγων, των νέων με τα «ψαλιδισμένα όνειρα». Αλλά, Βηθλεέμ ερμηνεύεται «Οίκος Άρτου»!
Χρεωστούμεν, λοιπόν, οι πιστοί εις πάντας τους εμπεριστάτους αδελφούς όχι μόνον τον «Επιούσιον Άρτον», δηλαδή τον Χριστόν, ο Οποίος ευρίσκεται εσπαργανωμένος εις την πενιχράν φάτνην της Βηθλεέμ, αλλά και τον καθημερινόν επιτραπέζιον άρτον της επιβιώσεως, και όλα τα «επιτήδεια του σώματος» (Ιακ. 2: 16).
Είναι η ώρα της πρακτικής εφαρμογής του Ευαγγελίου, εν υψηλώ αισθήματι ευθύνης! Η ώρα, κατά την οποίαν ακούεται εντονώτερος και απαιτητικώτερος ο αποστολικός λόγος: «Δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου» (Ιακ. 2: 18)! Ο καιρός, δηλ. η ευκαιρία, να «επαρθώμεν ενθέως» εις το ύψος της οικειούσης ημάς με τον Θεόν βασιλικής αρετής της Αγάπης.
Ταύτα από της αγίας και μαρτυρικής καθέδρας της Εκκλησίας των του Χριστού Πενήτων ευαγγελιζόμενοι προς τα ανά τον κόσμον τέκνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικαλούμεθα επί πάντας την θεϊκήν συγκατάβασιν, το άπειρον έλεος, την ειρήνην και την χάριν του δι' ημάς εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου ενανθρωπήσαντος Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού, Ώι η δόξα, το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, συν Πατρί και Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Φανάριον, Χριστούγεννα , βι'
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών