Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία το 2ο Θεολογικό Μαθητικό Συνέδριο «Η Θεολογία διαλέγεται με τον σύγχρονο κόσμο»

Ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες του 2ου Θεολογικού Μαθητικού Συνεδρίου «Η Θεολογία διαλέγεται με τον σύγχρονο κόσμο», το οποίο διεξήχθη στο Βυζαντινό Μουσείο της Θεσσαλονίκης το διήμερο 27 - 28 Φεβρουαρίου 2016  και διοργανώθηκε από το 1ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης «Μ. Ανδρόνικος». Στο Συνέδριο απηύθυναν χαιρετισμό ο ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος Παιδαγωγικής και Επιστημονικής Καθοδήγησης Δ.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας κ. Κωνσταντίνος Κεραμιδάς, ο οποίος διάβασε και τον χαιρετισμό του Περιφερειακού Διευθυντή Πρωτοβάθμιας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας κ. Παναγιώτη Ανανιάδη, ο Πρόεδρος της ΕΠΕΣ του 1ου Πειραματικού ΓΕΛ Θεσσαλονίκης κ. Χαρίτων Πολάτογλου, ο καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας κ. Ζαχαρίας
Σκούρας, η Επίκουρος Καθηγήτρια του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Βασιλική Μητροπούλου, ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Αθανάσιος Στογιαννίδης, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Θεσσαλονίκης κ. Πολύβιος Στράντζαλης και τέλος ο Διευθυντής του 1ου Πειραματικού ΓΕΛ Θεσσαλονίκης κ. Στυλιανός Φριλίγκος ο οποίος κήρυξε και την έναρξη του Μαθητικού Συνεδρίου. Το Συνέδριο παρακολούθησαν και οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων η Ελένη Μιχαλοπούλου (Κεντρικής Μακεδονίας), η Μαρία Συργιάννη (Κεντρικής Μακεδονίας) και ο Νικόλαος Χριστόπουλος (Βορείου Αιγαίου).
Στο διήμερο παρουσιάστηκαν πάνω από 90 εργασίες από διάφορα σχολεία της Ελλάδας. Στο Συνέδριο μετείχαν μαθητές και μαθήτριες εκτός από τα σχολεία της Θεσσαλονίκης και σχολεία της Χίου, της Ξάνθης, της Καστοριάς, της Κοζάνης, του
Λιτόχωρου, της Ιεράπετρας, του Κιλκίς, της Κομοτηνής, της Πάτρας, της Υπάτης, της Βέροιας, της Σκιάθου, της Βόνιτσας, της Μυτιλήνης, της Χαλκίδας, της Αθήνας, του Μακρύγιαλου, της Ναυπάκτου, της Σκιάθου κ.α. 

Στο 2ο Μαθητικό Συνέδριο οι μαθητές παρουσίασαν θέματα που είχαν σχέση στην Εκκλησιαστική Τέχνη, το Μοναχισμό, τους σύγχρονους αγίους, τη σχέση Χριστιανισμού και Ελληνισμού, τη Φιλοσοφία και Θρησκεία, την Πίστη και την Επιστήμη κ.α. Οι εργασίες που παρουσιάστηκαν κατέδειξαν αφενός μεν το ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον των μαθητών και των μαθητριών για το μάθημα των Θρησκευτικών και αφετέρου όπως αντιλαμβάνεται κανείς από την ποικιλία θεμάτων ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει πολλές διαστάσεις και μπορεί να διευρυνθεί με διαθεματική και
διεπιστημονική προσέγγιση και να αγγίξει σύγχρονα προβλήματα που απασχολούν τους νέους.

Συγχαρητήρια στους διοργανωτές του 2ου Μαθητικού Συνεδρίου, στον Διευθυντή κ. Στυλιανό Φριλίγκο και τους εκπαιδευτικούς κα Κυριακή Αντικουλάνη και κ. Δημήτρη Σαλονικίδη. Επίσης πολλά συγχαρητήρια σ' όλους τους μαθητές και μαθήτριες που μετείχαν στο Συνέδριο καθώς και όλους τους καθηγητές και τις καθηγήτριες που τους συνόδευαν.









Ημερίδα μεταπτυχιακού προγράμματος ΕΑΠ 12 Μαρτίου 2016

Η εισήγηση της Σχολικής Συμβούλου Θεολόγων κ. Μαρίας Συργιάννη στην ημερίδα του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ με θέμα: «Μάθημα Θρησκευτικών και Δημόσιος Χώρος»




Τον Νοέμβριο του 2015, δεκατέσσερις (14) Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων[1], επί συνόλου δεκαεπτά (17), όλων των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης της χώρας, με αφορμή και τη συζήτηση που άνοιξε στην αρχή της φετινής σχολικής χρονιάς για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά, δημοσιοποιήσαμε κείμενο παρέμβασης σχετικά με το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στο ελληνικό σχολείο.

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών μεγάλου αριθμού σχολείων μιας περιφέρειας, τα οποία κατανέμονται σε μεγάλα αστικά κέντρα, σε επαρχιακές πόλεις αλλά και σε απομακρυσμένες και ακριτικές περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Στο πλαίσιο της συστηματικής ενασχόλησής τους με την εκπαιδευτική πράξη, της άμεσης επικοινωνίας και της προσωπικής συνεργασίας που αναπτύσσουν με τους καθηγητές της ειδικότητάς τους μέσα από στοχευμένες δράσεις –κυρίως επιμορφωτικού χαρακτήρα- είναι χρήσιμο να μεταφέρουν και να καταθέτουν την εμπειρία της σύγχρονης σχολικής πραγματικότητας, υπεύθυνα και αυθεντικά, συμβάλλοντας στο γενικότερο διάλογο που έχει αναπτυχθεί γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.

Ο διάλογος αυτός διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπερνά τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίγεται στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου (2011, Αναθεώρηση 2014) και πρόσφατα, του Λυκείου ( 2015).

Ο διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος και αποτελεσματικός, όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι, όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.


Ως σχολικοί σύμβουλοι εκφράζουμε διαφωνία και ανησυχία για παρεκτροπές, που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου, σχετικά με τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.

Στο πλαίσιο της σημερινής ημερίδας θα αναφέρω επιγραμματικά τις θέσεις και τις επισημάνσεις των σχολικών συμβούλων όπως διατυπώθηκαν στο κείμενο αυτό και το οποίο απεστάλη εκτός από το ΥΠ.Π.Ε.Θ και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής(ΙΕΠ) και στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (ΔΙΣ), ενόψει της συνεδρίασής της για το ΜτΘ, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις.

Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον, ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και αν υπηρετεί τη δη-μοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία και κέντρο την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της ψυχο-παιδαγωγικής επιστήμης . Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, που διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης και της διαφοροποίησης της διδασκαλίας, η παιδαγωγική αξιοποίηση των τεχνολογιών αναβαθμίζουν και εμπλουτίζουν το ΜτΘ. Η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και η μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους είναι στοιχεία, που αποτιμώνται πολύ θετικά και τα οποία απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι διδακτικά εγχειρίδια. Αποτελούν ένα πλαίσιο, μία διαδικασία και, κυρίως, ένα εργαλείο για τον σχεδιασμό της διδασκαλίας και της μάθησης. Η αξιολογική τους εκτίμησή, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση, Δημοτικό και Γυμνάσιο, ανέδειξε μια άλλη προοπτική για το θρησκευτικό μάθημα και γι’ αυτό θεωρούμε, ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.


Ώστε, να παραμείνει το μάθημα των Θρησκευτικών βασικό μάθημα σχολικής θρησκευτικής αγωγής, υποχρεωτικό και ενιαίο για όλους τους μαθητές και θρησκειο-παιδαγωγικά αναβαθμισμένο.

Καθώς μιλούμε για ανανέωση και αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι στενά συνυφασμένη με τον εκπαιδευτικό που διδάσκει το μάθημα. Ο εκπαιδευτικός συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα του σχολείου, ερμηνεύοντας κι όχι απλώς μεταδίδοντας το Πρόγραμμα Σπουδών, αναδεικνύοντας σκοπούς και αξίες, επιλέγοντας μεθόδους και χρωματίζοντας το επικοινωνιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και μαθαίνουν οι μαθητές .

Οι αλλαγές και οι προκλήσεις των νέων κοινωνικών, πολιτισμικών, τεχνολογικών και οικονομικών συνθηκών διαμορφώνουν και νέες προσεγγίσεις στο έργο του, που μόνο η συνολικότερη βελτίωση και εξέλιξη του εκπαιδευτικού μπορεί να διαχειριστεί. Η διαδικασία της επαγγελματικής αλλά και προσωπικής ανάπτυξης των διδασκόντων περνά από μια συστηματική (ουσιαστική) και συνεχή επιμόρφωση, που συμπεριλαμβάνει επικαιροποίηση γνώσεων στο επιστημονικό πεδίο, ενίσχυση δεξιοτήτων σε θέματα παιδαγωγικής και διδακτικής, εφαρμογή νέων μεθόδων και στρατηγικών μάθησης, ένταξη και αξιοποίηση των τεχνολογιών, εμπειρίες τυπικές και άτυπες. Διότι, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο καθηγητής Κ. Δεληκωνσταντής, «η θρησκευτική αγωγή, αποτελεί το πιο δύσκολο κομμάτι της αγωγής και το μάθημα των θρησκευτικών θέτει τις μεγαλύτερες απαιτήσεις τόσο στον διδάσκοντα όσο και στον μαθητή»[2].


[1] 1. Αργυρόπουλος Ανδρέας (Δυτ. Μακεδονίας), 2. Βαλλιανάτος Άγγελος ( Αττικής), 3. Δημακόπουλος Δημήτριος (Δυτ. Ελλάδας), 4. Καλογεράκης Ευτύχιος (Πελοποννήσου), 5. Μιχαλοπούλου Ελένη(Κεντρ. Μακεδονίας), 6. Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία (Πελοποννήσου), 7. Μπιτσάκης Αντώνιος (Αττικής), 8. Σταλίκα Φωτεινή (Θεσσαλίας), 9. Στράντζαλης Πολύβιος (Κεντρ. Μακεδονίας), 10. Στριλιγκάς Γεώργιος, (Κρήτης) 11. Συργιάννη Μαρία (Κεντρ. Μακεδονίας), 12. Τσάγκας Ιωάννης (Αττικής), 13. Φύκας Δημήτριος (Στερεάς Ελλάδας), 14. Χριστόπουλος Νικόλαος (Ν.Β. Αιγαίου).

[2] Δεληκωνσταντής, Κ., «Το μάθημα των Θρησκευτικών: ταυτότητα και προοπτικές», στο συλλογ. τόμο: Τα θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο-Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, (επιμ. Σ. Γιαγκάζογλου, Α. Νευροκοπλής, Γ. Στριλιγκάς), Αθήνα 2013, εκδ. Αρμός, σ. 414.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Δυνατότητες και προοπτικές των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου



Η εισήγηση του συμβούλου Α του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και προϊστάμενου του Γραφείου Έρευνας, Σχεδιασμού και Εφαρμογών Α του ΙΕΠ στην ημερίδα του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ με θέμα: «Μάθημα Θρησκευτικών και Δημόσιος Χώρος»

1. Επισημάνσεις και προϋποθέσεις για την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού & Γυμνασίου (2011-2014),) εντάσσονται στο ΠΣ του Νέου Σχολείου για όλα τα μαθήματα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο[1]. Αντίστοιχα, το νέο ΠΣ του Λυκείου (2015) εντάσσεται και αυτό σε μια ευρύτερη αλλαγή, η οποία αφορά όλα τα γνωστικά αντικείμενα του Λυκείου. Βασικό χαρακτηριστικό των νέων αυτών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής διεργασίας όλων των μαθημάτων στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής αλλά και το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής, μεταξύ όλων των μαθημάτων, εκπονήθηκαν νέα Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κατά την εκπόνησή τους ελήφθησαν υπόψη η ελληνική νομοθεσία (Σύνταγμα, Ν. 1566/1985, Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών–Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών 2003), οι δεσμεύσεις της Ελληνικής Πολιτείας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες, σε Συστάσεις – υποχρεωτικού χαρακτήρα – του Συμβουλίου της Ευρώπης[2].

Τα νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά υλοποιούν και εφαρμόζουν διευρυμένα τις αρχές των ΑΠΣ-ΔΕΠΠΣ του 2003. Τα Προγράμματα εκείνα, πέρα από την ενημέρωση για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου, την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης και την απόκτηση γνώσεων γύρω από τη Χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση, την καλλιέργεια του ήθους και της προσωπικότητας, εστίαζαν επιπλέον στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών και στάσεων, στη διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και στην ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης, στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας, στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης, στην αντίληψη ότι το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα είναι υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία. Συνεπώς, τα νέα ΠΣ κινούνται πάνω στις ίδιες βασικές αρχές, τις οποίες όμως εμπλουτίζουν και αναπτύσσουν, διαμορφώνοντας νέους ορίζοντες στη θρησκευτική εκπαίδευση της χώρας μας.

Τα νέα ΠΣ έλαβαν ακόμη υπόψη τις θέσεις των ανεξάρτητων αρχών για το ΜτΘ (Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Συνήγορος του Πολίτη). Το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό κάθε μαθητή που απλώς το επιθυμεί απορρέει από τον «δεδομένο “κατηχητικό” και, συνεπώς, μονόπλευρο χαρακτήρα του μαθήματος αυτού» και μάλιστα ασχέτως προς το ότι ο χαρακτήρας αυτός θεωρείται «σύμφωνος προς το Σύνταγμα». Οι ανεξάρτητες αυτές αρχές υποστήριξαν και εισηγήθηκαν προς το Υπουργείο Παιδείας τη θέση ότι όλοι οι μαθητές έχουν δικαίωμα να ζητούν απαλλαγή από το ΜτΘ «χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μάθημα από υποχρεωτικό μετατρέπεται ουσιαστικά σε προαιρετικό και, ενώ υπονοείται ο ομολογιακός του χαρακτήρας, ακόμη και οι ορθόδοξοι μαθητές μπορούν να απαλλάσσονται από τη διδασκαλία του.

Τα νέα ΠΣ στάθμισαν ακόμη τις θέσεις συνταγματολόγων, διανοουμένων, πανεπιστημιακών, της ΟΛΜΕ κ.ά. φορέων για το ΜτΘ. Συχνά το θρησκευτικό μάθημα στη δημόσια εκπαίδευσή σε μια σειρά από επιστημονικές μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες εγκαλείται ότι είναι μονοφωνικό, κατηχητικό και μονόπλευρο, προσηλωμένο στο «πίστευε και μη ερεύνα», μονολιθικό και σκοταδιστικό, «ακραία περίπτωση κατηχητισμού και θρησκευτικής ενδογμάτισης στο πλαίσιο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Επιπλέον, αμφισβητείται σταθερά ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος με βάση την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και τίθενται συγκεκριμένες προτάσεις για το ζήτημα της διδασκαλίας του (προαιρετικό, με δυνατότητα απαλλαγής, θρησκειολογικό). Τέλος, υποστηρίζεται ότι σε ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο που σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα και μάλιστα στο πλαίσιο της σύγχρονης συνείδησης της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πραγματικότητας, η λύση δεν είναι παρά η κατάργηση του ομολογιακού μαθήματος και η μετάβαση σε ένα ουδετερόθρησκο σχολείο.

Επιπλέον, τα νέα ΠΣ έλαβαν υπόψη τον εδώ και καιρό επιχειρούμενο διάλογο για το ΜτΘ στην ελληνική θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία. Εδώ και λίγα χρόνια έχει ξεκινήσει μια γόνιμη και νηφάλια συζήτηση γύρω από τη φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ποικίλες και ρηξικέλευθες προτάσεις έχουν κατατεθεί και διαλέγονται μάλιστα μεταξύ τους στην προοπτική της αλλαγής του στενού ομολογιακού παραδείγματος στο θρησκευτικό μάθημα. Ο δημόσιος αυτός διάλογος έλαβε νέα τροπή με τις εγκυκλίους περί απαλλαγής στο ΜτΘ, που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας το 2008[3]. Οι τρεις αυτές εγκύκλιοι, αλλά και η καταστρατήγηση ή η πλημμελής εφαρμογή του μέτρου, μετέτρεψαν άτυπα τα Θρησκευτικά σε προαιρετικό μάθημα, όπως επισημάνθηκε και από πολλές ενώσεις θεολόγων που διαμαρτυρήθηκαν, αφού άνοιξε έτσι ο δρόμος, ώστε κάθε μαθητής να μπορεί να διεκδικήσει απαλλαγή, ακόμη και εάν δεν δικαιούται. Η παρουσίαση του θέματος αυτού από τον Τύπο και τα λοιπά ΜΜΕ, οι θέσεις και οι δηλώσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, των κομμάτων, της ΟΛΜΕ και των εκπαιδευτικών παρατάξεων, οι θέσεις διαφόρων εκπαιδευτικών κύκλων και διανοουμένων, οι επίσημες παρεμβάσεις των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, των θεολογικών ενώσεων και πολλών εκπαιδευτικών έδωσαν το στίγμα ενός δημόσιου διαλόγου γύρω από τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία των Θρησκευτικών. Το προβληματικό σημείο για τους επικριτές του μαθήματος αποτελεί ο στενά ομολογιακός και κατηχητικός χαρακτήρας των Θρησκευτικών.

Στην προοπτική αυτή, οι επιτροπές εκπόνησης των νέων ΠΣ συγκρότησαν μια νέα συνθετική πρόταση για τη φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος, η οποία έχει σαφέστερη νομιμοποιητική βάση και εμβέλεια. Ο θεολογικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας του ΜτΘ αναπλαισιώθηκε σε νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές, διαμόρφωσε νέους και ανοικτούς ορίζοντες και διαλέγεται σταθερά με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Επιπλέον έλαβαν υπόψη τις ευρωπαϊκές και ελληνικές εξελίξεις για τον χαρακτήρα και τους προσανατολισμούς της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Η επισκόπηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, κυρίως αυτών που επιχείρησαν την υπέρβαση της κλειστής ομολογιακής θρησκευτικής εκπαίδευσης, η διερεύνηση των σχετικών αποτελεσμάτων από την εφαρμογή συγκεκριμένων τύπων του ΜτΘ, η επισκόπηση των ελληνικών εξελίξεων γύρω από το ΜτΘ και η ανάδειξη των συγκλίσεων ή αποκλίσεών τους με τις ευρωπαϊκές, καθώς και τα σύγχρονα αιτήματα που αναφέρονται διεθνώς σε σχέση με τη θρησκευτική εκπαίδευση αποτέλεσαν βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των νέων ΠΣ. Στο πλαίσιο αυτό το ΜτΘ εμφανίζεται να απομακρύνεται οριστικά από την κατήχηση, γίνεται ένα ήπιο και ανοικτό θρησκευτικό μάθημα με κυρίαρχο τον γνωστικό/μορφωτικό χαρακτήρα, επιχειρεί να διευρύνει τους θεματικούς και παιδαγωγικούς ορίζοντές του και εκφράζει μια σύγχρονη προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, συγκλίνοντας με ευρωπαϊκές επιλογές.

Σημαντικό ρόλο στην εκπόνηση των νέων ΠΣ διαδραμάτισαν οι θέσεις των Θεολογικών Σχολών με αφορμή τις εγκυκλίους του 2008 και τις ώρες διδασκαλίας του ΜτΘ. Στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης που σηματοδότησαν οι εγκύκλιοι περί απαλλαγών του 2008, οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί αλλά και οι Θεολογικές Σχολές έκαναν λόγο για αναγκαίο άνοιγμα προς τη θρησκευτική ετερότητα με την εισαγωγή θρησκειολογικών αναφορών σε ένα νέο και ανοικτό ΠΣ, «ώστε να αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο το μάθημα των Θρησκευτικών, να εμπλουτιστούν τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα με μαθήματα κοινωνικής ηθικής ή ιστορίας των θρησκευμάτων, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν οι μαθητές στο σύνολό τους ανεξαρτήτως θρησκείας ή ομολογίας» (Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, 9-9-2008). Προς την ίδια κατεύθυνση, το σύγχρονο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών «ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό» (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ, 8-9-2008). Οι επιτροπές εκπόνησης δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά έλαβαν σοβαρά υπόψη τον δημόσιο αυτό διάλογο.

Επί της ουσίας, το νέο ΠΣ αποτελεί υπέρβαση της διελκυστίνδας μεταξύ του κατηχητικού και του θρησκειολογικού προτύπου. Στο νέο ΠΣ το ΜτΘ συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και ιδιαίτερα η Ορθόδοξη Παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκονται στοιχεία από τις δύο άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης, καθώς και στοιχεία για ορισμένες από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς τη θρησκευτική ετερότητα στο πλαίσιο ενός διαπολιτισμικού διαλόγου. Συνεπώς, ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η γνωριμία και ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές και θρησκευτικές παραδόσεις αποβαίνει βασικός άξονας του ΜτΘ. Στο πλαίσιο της αποδοχής του πλουραλισμού και της διαπολιτισμικής προσέγγισης ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό»[4].

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ΠΣ με ανοικτό και συνθετικό χαρακτήρα. Οι «συντεταγμένες» του νέου αυτού ΠΣ διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στην ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Με βάση τους γενικούς αυτούς σκοπούς, τα Θρησκευτικά γίνονται μάθημα που απευθύνεται σε όλους τους μαθητές. Κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι απαραίτητο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου ως πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός στις κύριες και βασικές του ομολογίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή, τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και δύο απωανατολικές θρησκείες, τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία αυτά δίνονται σύμφωνα με τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, την ηλικία και τις μορφωτικές ανάγκες των παιδιών. Επιπλέον, δεν αποτελούν διδακτέα ύλη αλλά διαθέσιμα διδακτικά μέσα και υλικά για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται να σχεδιάσει τη διδασκαλία του με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της τάξης του.


2. Το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Η σύγχρονη πορεία του ΜτΘ οφείλει να κινηθεί δημιουργικά ώστε να ανταποκριθεί στα αιτήματα της εποχής του. Σε μια κοινωνία που αλλάζει και εκκοσμικεύεται ραγδαία, η θρησκευτική αγωγή χρειάζεται να υπερβεί την όποια κατηχητική-ομολογιακή κατεύθυνσή της αλλά και την όποια ιδεολογική και καθεστωτική αντίληψή της, προκειμένου να ικανοποιήσει τις νέες μορφωτικές και παιδαγωγικές ανάγκες της σύγχρονης εκπαίδευσης. Εξ άλλου, η νομική και φιλοσοφική κατανόηση της θρησκευτικής ελευθερίας ή το ζήτημα της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όπως εκφράζεται από τις ανεξάρτητες αρχές στην Ελλάδα ή άλλους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς, δεν θα πάψει να συγκρούεται με μια κλειστού ομολογιακού τύπου συγκρότηση της θρησκευτικής αγωγής. Το ΜτΘ δεν μπορεί πλέον να έχει χαρακτηριστικά κατήχησης και ομολογιακής μονοφωνίας στο δημόσιο σχολείο. Το νέο ΠΣ αφορά, ασφαλώς, τη θρησκευτική αγωγή στη δημόσια εκπαίδευση και όχι την εκκλησιαστική κατήχηση. Το ΜτΘ βεβαίως και έχει ως κέντρο, αφετηρία και πρωταρχικό μέλημα την τοπική θρησκευτική παράδοση, αλλά οφείλει και πρέπει να έχει ορίζοντα αναφοράς και διαλόγου και με τις άλλες χριστιανικές κατανοήσεις, τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και τις σύγχρονες φιλοσοφικές ή άλλες μορφές πνευματικότητας.

Στη β δεκαετία του 21ού αιώνα το μάθημα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πρόκληση: να ισχυροποιήσει τα εκπαιδευτικά του θεμέλια, να υπερβεί την κατηχητική μονοφωνία και την όποια κλειστή ομολογιακή φυσιογνωμία του, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους. Στην προοπτική αυτή η νέα παιδαγωγική προσέγγιση προσανατολίζει τη θρησκευτική αγωγή σε ένα ανοικτό και πλουραλιστικό πλαίσιο, όπου ο διάλογος και η διαπολιτισμική διάσταση αποτελούν βασικές και δομικές αρχές του ΜτΘ. Οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το μάθημα των Θρησκευτικών, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στη δευτεροβάθμια, έχουν την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν ότι το αίτημα αυτό δεν αντιφάσκει προς τη χριστιανική άποψη για την πίστη και την εκπαίδευση ως σχεσιοδυναμικά γεγονότα διαλόγου και ελευθερίας. Άλλωστε και στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζεται μια σαφέστατη στροφή και μια επέκταση της κεντρικής της εστίασης από την εκκλησιολογία στη θεολογία του προσώπου και γενικότερα στη χριστιανική ανθρωπολογία[5]. Οι λόγοι αυτής της θεολογικής «στροφής» σχετίζονται ιδιαίτερα και μπορούν να εφαρμοστούν στην υλοποίηση των μεγάλων στόχων και προσανατολισμών της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης.

Στον ευρωπαϊκό χώρο και σε αντίθεση με το παρελθόν, διαπιστώνεται ολοένα και περισσότερο η ανάγκη για τη θρησκευτική και πνευματική διάσταση της εκπαίδευσης. Συνοψίζοντας τα κοινά χαρακτηριστικά των νέων αυτών απαιτήσεων και προσανατολισμών παρατηρούμε ότι ο ίδιος ο μαθητής και η κατάστασή του γίνεται το επίκεντρο της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Ο μαθητής είναι μέρος του ίδιου του γνωστικού αντικειμένου του ΜτΘ. Το δε διδακτικό υλικό δεν «παρέχεται», αλλά προσεγγίζεται ερμηνευτικά, κριτικά, στοχαστικά και διαλογικά, καθώς οι μαθητές αναζητούν απαντήσεις με κριτικό και υπαρξιακό νόημα. Οι προσωπικές εμπειρίες και κατανοήσεις των μαθητών συνδέονται αλληλεπιδραστικά με ζητήματα τοπικά, εθνικά, ευρωπαϊκά και παγκόσμια. Σήμερα γίνεται πλέον λόγος για το «δικαίωμα των παιδιών για θρησκεία». Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η ανάγκη ευαισθητοποίησης των μαθητών προς τη θρησκεία και τη θρησκευτική διάσταση της ζωής στο πλαίσιο των ποικίλων πολιτισμικών και ηθικών διαστάσεων αλλά και της κριτικής γνώσης και ερμηνευτικής κατανόησης των θρησκευτικών αξιών και εμπειριών[6]. Συνάμα και παρά την πολυείδεια του θρησκευτικού φαινομένου σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες το ΜτΘ οφείλει να αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο σταθερών αξιών όπως η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη, ο ενεργός πολίτης και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι ο πλουραλισμός και η διαπολιτισμικότητα αναδεικνύονται ως θεμελιώδεις άξονες της παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης και μπορούν να διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη θρησκευτική εκπαίδευση, όταν οι μαθητές μαθαίνουν να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό». Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι κάθε εκδοχή ΜτΘ, πέρα από την τοπική θρησκευτική παράδοση, προϋποθέτει και τη διευρυμένη γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου και τις κοσμοθεωρήσεις (μάθηση γύρω από τις θρησκείες), χωρίς βέβαια η θρησκευτική μάθηση να εξαντλείται στην απλή πληροφόρηση, αλλά να σχετίζεται με την ερμηνεία της θρησκείας από την πλευρά της ζωής. Συνεπώς, τα ηθικά και πολιτισμικά ζητήματα και οι αξίες των άλλων θρησκειών είναι υλικό για διερεύνηση, μελέτη και στοχασμό και δεν επιβάλλονται αξιωματικά στους μαθητές. Οι θρησκείες εξετάζονται μέσα στο ιστορικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον και η μελέτη της θρησκευτικής και πολιτιστικής ζωής γίνεται αδιαχώριστα. Επιπλέον, γίνεται αποδεκτό εν τοις πράγμασι ότι υπάρχουν ποικίλες διαφορές γύρω από τις θρησκείες, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να λυθούν. Όσο και αν αναγνωρίζεται η αυτονομία και προσωπική ανάπτυξη κάθε μαθητή, ταυτόχρονα αναγνωρίζεται και η σημασία της συνάφειας στην οποία ανήκει (οικογενειακό, φιλικό περιβάλλον, εθνική ή θρησκευτική ομάδα κ.ά.). Στο επίκεντρο της διδασκαλίας βρίσκονται οι θρησκευτικές ιδέες και η πολιτισμική συνάφεια των μαθητών, στοιχεία που χρειάζεται να αναδειχθούν στην τάξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύεται η ιδιαίτερη συνεισφορά του ΜτΘ στη διαπολιτισμική εκπαίδευση[7], καθώς: α) Οι μαθητές διερευνούν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας σε σχέση με την προέλευσή τους (τον τόπο, την οικογένειά τους, τη θρησκεία τους), β) αναλύονται στοιχεία των διακρίσεων και του ρατσισμού σε αντιπαράθεση με την διαπολιτισμικότητα, γ) αναπτύσσοντας οι μαθητές ικανότητες να ακούν τον «άλλον», να διαπραγματεύονται με το διαφορετικό, να κατανοούν κριτικά και να διαμορφώνουν προσωπικές απόψεις και θέσεις, κατορθώνουν όχι μόνον να κατανοούν τον ρόλο της κοινωνίας αλλά και να λειτουργούν ως συνειδητοποιημένοι ενεργοί πολίτες. Η προσωπική ανάπτυξη των μαθητών διευρύνεται από τη θρησκευτική τους εκπαίδευση, συμπεριλαμβάνοντας και άλλες διαστάσεις όπως «η αντίσταση στην απανθρωπιά, η πρόσληψη της ευτυχίας, η ικανότητα και η διάθεση αυτογνωσίας, η συνείδηση της ιστορικότητας της ατομικής ύπαρξης, η ενασχόληση με θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, η αποδοχή της ευθύνης για τον εαυτό και την κοινότητα»[8].
Να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία.
Να παρέχει στους μαθητές ικανοποιητική κατάρτιση για τη φύση και το ρόλο του θρησκευτικού φαινομένου, στο σύνολό του και στις επιμέρους εκφάνσεις του (τις θρησκείες του κόσμου), θεωρώντας τες ως ζωντανή πηγή πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής.
Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και να προσφέρει τις ευκαιρίες για να αναπτύξουν οι μαθητές ικανότητες και επάρκειες -αλλά και διαθέσεις και στάσεις- που χαρακτηρίζουν τον θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική του ευαισθησία.
Να προάγει τη γνωριμία, την κριτική κατανόηση, τον σεβασμό και τον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού.
Να συνεισφέρει στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής τους ταυτότητας καθώς και στην ολόπλευρη (θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, αισθητική και δημιουργική) ανάπτυξη των μαθητών, μέσα από την αναζήτηση του νοήματος και την υπαρξιακή αναμέτρηση με την πολυπλοκότητα του μυστηρίου της ζωής.

Οι γενικοί αυτοί σκοποί του ΜτΘ μπορούν να εξειδικευτούν στους παρακάτω επιμέρους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς:
την ανάδειξη των οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του κόσμου
τη διερεύνηση πτυχών και όψεων της τοπικής θρησκευτικής ιστορίας και παράδοσης, με στόχο τη γνώση, τη διαφύλαξη και την ανανέωση της τοπικής πολιτισμικής κληρονομιάς
την ερμηνευτική και κριτική κατανόηση των δογματικών, λατρευτικών, υπαρξιακών και πολιτισμικών εκφράσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των άλλων μεγάλων χριστιανικών ομολογιών, καθώς και άλλων θρησκευμάτων
την προσέγγιση της θρησκευτικής πίστης γενικότερα και του Χριστιανισμού ιδιαίτερα με πολλαπλά κριτήρια (πολιτισμικά, ηθικά, κοινωνικά, ιστορικά, προσωπικά, θεολογικά)
την αποκωδικοποίηση του θρησκευτικού υποβάθρου των πολιτισμικών παραδόσεων και την αναγνώριση των θρησκευτικών διαστάσεων του σύγχρονου πολιτισμού
την κατανόηση των αξιών αλλά και των αρνητικών ή επικίνδυνων εκφράσεων των θρησκειών, που αυτές εμπεριέχουν, διατηρούν ή υποβάλλουν
την κατανόηση της εποχής και των αναγκών της και τη μεθερμηνεία του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες
τον προβληματισμό και την ευαισθητοποίηση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα του ανθρώπου
τον σεβασμό του δικαιώματος κάθε ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία, στην αναζήτηση και στον θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό
την αναγνώριση και τον σεβασμό στην ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτιστική προέλευση και συνάφεια κάθε μαθητή
την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και τον σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον
την ανθρωπιστική προσέγγιση της θρησκευτικής μάθησης, με την παράλληλη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία
την ανάδειξη του ολιστικού και μεταμορφωτικού χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης
τη θεμελίωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε στέρεες παιδαγωγικές θεωρήσεις και σε συνεχή ενημέρωση και διάλογο με τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί γνώσης
τη συνεισφορά του ΜτΘ στη διαμόρφωση μαθητών που αναπτύσσουν θετική στάση προς τη μάθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και ευθύνη για τον κόσμο[9].

Όπως γίνεται φανερό, το νέο ΠΣ του ΜτΘ έχει ένα διευρυμένο ορίζοντα προσανατολισμού που αποσκοπεί στη διαμόρφωση θρησκευτικά εγγράμματων μαθητών. Η εστίασή του κινείται, όχι μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο επαφής με σκέψεις, γνώσεις και ιδέες, αλλά σε μια συνολικότερη θεώρηση σύνδεσης της γνώσης με την πράξη που αποσκοπεί στην υπεύθυνη και ενεργό συμμετοχή των μαθητών στον αγώνα για τη βελτίωση της ζωής του κόσμου. Τα κριτήρια επιλογής των περιεχομένων ενός ΠΣ σχετίζονται, αφενός, με τον τύπο του προγράμματος και, αφετέρου, με τους προσανατολισμούς και τους σκοπούς του. Στον βαθμό που το νέο ΠΣ συνιστά ένα Πρόγραμμα διαδικασίας με κατεύθυνση συνθετική (ανθρωπιστική – κοινωνική – τεχνοκρατική), στην επιλογή των περιεχομένων του και για τους τρεις κύκλους της υποχρεωτικής εκπαίδευσης επιχειρήθηκε μια σύνθεση διαφόρων ειδών κριτηρίων.

Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν περιεχόμενα τα οποία, είναι θεμελιώδη για την κατανόηση της Ορθοδοξίας και γενικότερα του Χριστιανισμού και άλλων θρησκειών, ενθαρρύνουν τους μαθητές να ερμηνεύουν τα φαινόμενα του πολιτισμού, εντός του οποίου ζουν, έχουν χρησιμότητα για την ιδιωτική και δημόσια ζωή των μαθητών, προάγουν ικανότητες και δεξιότητες απαραίτητες για να ζήσουν δημιουργικά στο παρόν και το μέλλον τους, προκαλούν ενδιαφέρον και ευχαρίστηση στους μαθητές, συνδέονται με τα άλλα γνωστικά αντικείμενα, συμβάλλουν στην περαιτέρω μάθηση, λειτουργούν παραδειγματικά και, τέλος, είναι σημαντικά εντός του πλέγματος της θεολογικής επιστήμης. Όπως γίνεται φανερό, τα περιεχόμενα του ΠΣ επιλέγονται με βασικό κριτήριο τη σκοπιά του μαθητή και δευτερευόντως την απαίτηση για εξαντλητική κάλυψη του συνόλου του θεολογικού γνωστικού αντικειμένου. Πρόκειται για άλλη μια θεμελιώδη καινοτομία, καθώς μέχρι τώρα στην Ελλάδα τα Αναλυτικά Προγράμματα του ΜτΘ -όπως άλλωστε και κάθε μαθήματος- ταυτίζονταν με τα περιεχόμενά τους· βασικό δε κριτήριο επιλογής τους ήταν η πληρότητα της παρουσίασής τους σύμφωνα με τη συστηματική απαίτηση της ακαδημαϊκής θεολογίας. Όλα αυτά βέβαια, με κανένα τρόπο δεν σημαίνουν ότι στο νέο ΠΣ δεν υπάρχει ένα σώμα γνώσεων που χρειάζεται να αποκτηθεί· ό,τι υπογραμμίζεται είναι η προτεραιότητα της «λειτουργικής» σχέσης ανάμεσα στον μαθητή και στη θρησκευτική γνώση.

Μια εξίσου βασική καινοτομία που αφορά στα περιεχόμενα του νέου ΠΣ, είναι η ανάπτυξη των θεμάτων πάνω σε έναν ιστορικό καμβά που απαρτίζεται από τα γεγονότα της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στο Β΄ κύκλο (Ε και ΣΤ Δημοτικού) και από σημαντικά ιστορικά-θρησκευτικά γεγονότα στο Γ΄ κύκλο (Γυμνάσιο). Οι μαθητές στο νέο ΠΣ προσεγγίζουν το θρησκευτικό «άλλο, άλλοτε και αλλού», όχι για να απομνημονεύσουν πληροφορίες, αλλά για να διαλεχθούν προσωπικά μαζί του· με έμφαση στην ερμηνεία και στην κριτική κατανόηση, στην άρνηση εύκολων συμπερασμάτων και στην εποικοδομητική λειτουργία μιας μάθησης με στόχο την αναμέτρηση με το νόημα.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα πρόγραμμα όπου το βάρος τίθεται στην ίδια τη διαδικασία, δηλαδή στις συμμετοχικές και ομαδοσυνεργατικές δραστηριότητες, στον διάλογο και στη διαβούλευση. Εφόσον, «προετοιμάζομαι για τη ζωή σημαίνει κάνω κάτι τ ώ ρ α», το ΠΣ έχει έναν ανοικτό χαρακτήρα ως προς τη διαδικασία και τη μεθοδολογία του, ούτως ώστε όχι μόνο οι σκοποί και οι στόχοι να εμπλέκονται και να αναδύονται από τις εμπειρίες των μαθητών, αλλά και αυτά τα περιεχόμενά του να εμπλουτίζονται διαρκώς κατά τη διαδικασία μάθησης. Για τον λόγο αυτό προτείνει μεθόδους, διαδικασίες και δραστηριότητες που συναποφασίζονται ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες κάθε τάξης, επιχειρεί ανοίγματα διεπιστημονικά και διαθεματικά, ενώ η γνώση οικοδομείται πάντοτε ως διαδικασία εξέλιξης, συνέχειας και αλλαγής. Ο ίδιος ο εκπαιδευτικός αποβαίνει πρωταγωνιστής στη διαμόρφωση του ΠΣ διαδικασίας. Διερευνά, σχεδιάζει, συνεργάζεται, δοκιμάζει νέες στρατηγικές μάθησης, αξιολογεί και αναπροσανατολίζει διαρκώς τη δράση του. Ως εκ τούτου, το ΠΣ δεν είναι διδακτικό βιβλίο με κλειστή και προδιαγεγραμμένη ύλη, αλλά παιδαγωγικό και διδακτικό εργαλείο με πολλές εναλλακτικές διαδικασίες (κριτήρια & εργαλεία μάθησης). Η διδασκαλία και μάθηση μέσω σχεδιασμού διαμορφώνει μια βαθειά αλλαγή στην «κουλτούρα» της εμπνευσμένης διδασκαλίας και της διαφοροποιημένης μάθησης. Η παιδαγωγική αυτή θεώρηση συναντά γόνιμα τις θεολογικές προϋποθέσεις της ετερότητας, βάσει των οποίων η προσφορά και αναφορά της γνώσης λειτουργεί προσωποκεντρικά, σχεσιοδυναμικά και κοινωνιοκεντρικά. Ο τρόπος αυτός συνιστά ενδεχομένως και τον μοναδικό θετικό προσανατολισμό της μάθησης, ο οποίος μπορεί να αναχαιτίσει την επερχόμενη τεχνοκρατική αποκλειστικότητα στην εκπαίδευση.


3. Ο χαρακτήρας της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο νέο ΠΣ του Λυκείου

Ο σχεδιασμός του νέου Προγράμματος Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Λυκείου λαμβάνει υπόψη:

α. Τη γενική και την ειδική σκοποθεσία της Εκπαίδευσης, σύμφωνα με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο απορρέει από το Σύνταγμα της Ελλάδας και τους βασικούς νόμους για την Εκπαίδευση και ειδικότερα για το Λύκειο.

β. Τις επιστημονικές προτάσεις της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής, όπως προκύπτουν από ελληνικές και ευρωπαϊκές έρευνες σε συνδυασμό με τις νέες θεωρίες μάθησης και διδακτικής μεθοδολογίας.

γ. Τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά των (μετ)εφήβων μαθητών, την προγενέστερη γνώση και τα μαθησιακά επιτεύγματά τους, τις εμπειρίες που κομίζουν από το περιβάλλον στο οποίο ζουν και επιπλέον τις προσδοκίες και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους στο μαθησιακό πεδίο του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ).

δ. Το πλαίσιο οργάνωσης, τις παιδαγωγικές αρχές, τους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς καθώς και το πλαίσιο αξιολόγησης του Λυκείου.

ε. Τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό και την ανάπτυξη των περιεχομένων του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου για λόγους συνοχής, συνέχειας και ομαλής μετάβασης από τη μία βαθμίδα στην άλλη.

στ. Την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση ως θεμελιώδη πυλώνα του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών, καθώς και το ευρύτερο θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο το οποίο την περιβάλλει.

ζ. Τη συνθετότητα του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτισμικού ιστού, όπως διαμορφώνεται σε τοπικό, ευρωπαϊκό και οικουμενικό επίπεδο, καθώς και τις ειδικές μορφωτικές και εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτή.

Επομένως, οι ειδικοί σκοποί της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο σύμφωνα με το νέο ΠΣ είναι α) Η ανάπτυξη της προσωπικής ταυτότητας του εφήβου μαθητή, β) Ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας του ΜτΘ βασισμένος στην ελληνική πολιτισμική ιδιοπροσωπία και ιδιαίτερα τα μορφωτικά αγαθά της παράδοσης και του πολιτισμού της Ορθοδοξίας, γ) Ο θρησκευτικός γραμματισμός του εφήβου μαθητή, δ) Η κριτική θρησκευτικότητα, ε) Η διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, στ) Η κοινωνικοποίηση, ζ) Η λειτουργία της τάξης ως κοινότητας μάθησης.


4. Η εννοιοκεντρική μέθοδος του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Λυκείου

Το προτεινόμενο ΠΣ στο μάθημα των Θρησκευτικών του Λυκείου έχει ως επίκεντρο τη μαθησιακή μέθοδο και διαδικασία. Σε αντιδιαστολή με άλλα είδη ΠΣ, τα οποία εστιάζουν στις γνώσεις που πρέπει να αποκτήσουν οι μαθητές (τι θα μάθουν) και στον λόγο για τον οποίο θα πρέπει να μάθουν (γιατί θα μάθουν), στο νέο ΠΣ η διαδικασία με την οποία θα μάθουν οι μαθητές (πώς θα μάθουν) έχει κομβική σημασία. Οι στόχοι και το περιεχόμενο του ΠΣ υπηρετούνται από τη μαθησιακή διαδικασία (μέθοδο) και συνδέονται λειτουργικά μεταξύ τους. Η πρώτη ύλη της μεθόδου που ακολουθεί το μάθημα των Θρησκευτικών στο Λύκειο είναι οι «βασικές έννοιες», οι οποίες είναι απαραίτητες στην επικοινωνία του ανθρώπου με τον εαυτό του, τους άλλους και τον Θεό. Έχει αποδειχθεί ότι μέχρι τώρα η θρησκευτική εκπαίδευση εμφάνιζε προβλήματα ακριβώς στη νοηματοδότηση των εμπειριών της ζωής με θρησκευτικές έννοιες. Οι έννοιες αυτές μας δίνουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε και να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο του ΜτΘ στο Λύκειο σε σχέση με την ανθρώπινη εμπειρία, είναι οι ρίζες που μας προσφέρουν εργαλεία να κατανοήσουμε και να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο. Στην Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, αλλά και στις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συγκεκριμένες έννοιες με συγκεκριμένο περιεχόμενο για να εκφράσουν τις εμπειρίες και τον τρόπο που κατανοούν τον Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Στη βάση των εννοιών αυτών σε κάθε μάθημα δημιουργείται ένας συγκεκριμένος καμβάς, ένα διδακτικό σενάριο. Οι μαθητές επιδιώκεται να προσεγγίσουν κάθε βασική έννοια, να τη γνωρίσουν σε βάθος, να την αναλύσουν, να διαπραγματευθούν θέσεις και αντιθέσεις σε διαφορετικές πραγματικότητες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, να αντιμετωπίσουν πιθανά διλήμματα, να τη συνδέσουν με τη ζωή τους και να την αξιοποιήσουν έμπρακτα και δημιουργικά, ανάλογα με τη σημασία και το περιεχόμενό της. Σκοπός κάθε διδασκαλίας είναι η εννοιολογική κατανόηση που ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια, η αποτελεσματικότητα των οποίων έχει επιβεβαιωθεί από επιστημονικές έρευνες.


5. Η συνοχή και η συνέχεια των Προγραμμάτων Σπουδών στο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο

Η θρησκευτική εκπαίδευση με την παιδαγωγική και διδακτική μέθοδο αλλά και με το θεματικό περιεχόμενό της έχει πολλές δυνατότητες να εμπλαισιώσει ριζικά τη δημιουργία και καλλιέργεια κοινότητας, η οποία και ως έννοια σχετίζεται με τη θρησκευτική πίστη και την πολιτισμική παράδοση του τόπου. Μπορεί να θεωρηθεί ως κοινότητα μάθησης στο πλαίσιο του συνεχούς διαλόγου, της ανάλυσης και βιωματικής εφαρμογής αρχών και αξιών, όπως η ελευθερία, η αγάπη, η δημοκρατία, τα δικαιώματα, η ισότητα, η αυτονομία, ο σεβασμός στην ετερότητα, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η ελπίδα κ.ά. Έτσι, το ΜτΘ ανταποκρίνεται στις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών, υπηρετώντας, αφενός, τους γενικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και, αφετέρου, έναν «θρησκευτικό γραμματισμό», ο οποίος συμβάλλει στη δημιουργία θρησκευτικά συνειδητοποιημένων και διαλεγόμενων πολιτών. Η θρησκευτική αυτή εκπαίδευση αποβλέπει στον θρησκευτικό γραμματισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον προσωπικό αναστοχασμό των μαθητών απέναντι στον δικό τους θρησκευτικό και ηθικό προβληματισμό. Το εγχείρημα αυτό δεν είναι θεωρητικό ή νεφελώδες, αλλά ήδη έγινε πραγματικότητα στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, το οποίο εφαρμόστηκε πιλοτικά κατά την περίοδο 2011-2013 και ήδη έχει βελτιωθεί και αναθεωρηθεί (2014) και υφίσταται ως συμπληρωματικό προς το ισχύον ΠΣ μέχρι την πλήρη εφαρμογή του. Κατ’ αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται η σταδιακή – και πάντως όχι αποκλειστική και μονοδιάστατη – μετάβαση από το στάδιο της κατανόησης (Δημοτικό) στην ερμηνευτική προσέγγιση (Γυμνάσιο) και από εκεί στην κριτική προσέγγιση και στη δημιουργική ανίχνευση των ορίων του διαλόγου και της σύνθεσης με τη σημερινή εποχή (Λύκειο), έχοντας ως επίκεντρο την προσωπική εμπειρία των εφήβων.


6. Η διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου στα νέα ΠΣ

Η πλέον σημαντική καινοτομία του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου ως προς τα περιεχόμενά του έγκειται στο άνοιγμα γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Η διδασκαλία ορισμένων μεγάλων θρησκειών προβάλλει ως σύγχρονη ανάγκη και απαίτηση από το ΜτΘ και αποτελεί ιδιάζον καινοτομικό στοιχείο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, η αναφορά σε στοιχεία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, είναι οργανικά ενταγμένη στις διάφορες πτυχές των βασικών θεμάτων του νέου ΠΣ, και γίνεται με τρόπο κριτικό και ερμηνευτικό, ώστε να συντελέσει στον θρησκευτικό γραμματισμό αλλά και στον σεβασμό της θρησκευτικής ετερότητας.

Για την ελληνική κοινωνία -όπως άλλωστε και για τις ευρωπαϊκές- ο συνεχώς διευρυνόμενος πλουραλισμός είναι πλέον η αναπόφευκτη αφετηρία για οποιαδήποτε σοβαρή θεωρία και πράξη της εκπαίδευσης. Εφόσον θεμελιώδης σκοπός της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι να καταστούν οι νέοι άνθρωποι ικανοί να χειρίζονται τον πλουραλισμό με υπεύθυνο και δημιουργικό τρόπο και να πραγματοποιούν προσωπικές και υπεύθυνες επιλογές, η θρησκευτική εκπαίδευση οφείλει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο διαπολιτισμικής προσέγγισης και σεβασμού στο διαφορετικό. Συνάμα, οφείλει να οικοδομήσει μια υπεύθυνη και κριτική κατανόηση των θρησκευτικών αντιλήψεων του «άλλου», αλλά και της επίδρασης της θρησκευτικής ή μη πίστης στην προσωπική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς σκοπούς του ΜτΘ στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι να ενθαρρύνει τους μαθητές να στοχαστούν στη διάρκεια των σπουδών τους πάνω σε τρόπους ζωής που είναι διαφορετικοί από τους δικούς τους και να αποκτήσουν μια πρώτη γνώση των θρησκειών του κόσμου, ιδιαίτερα όσων συναντούν στην Ελλάδα. Εδώ βέβαια εγείρεται μια σειρά ζητημάτων σχετικά με την παρουσίαση του διαθρησκευτικού υλικού στη σχολική τάξη, με τις μεθόδους προσέγγισής του, με τις διάφορες παραμέτρους, με τις διακινδυνεύσεις και εντάσεις του κ.ά., το οποίο διαχειρίζεται ο διδάσκων μέσα από κατάλληλες στρατηγικές μάθησης και ποικίλες προτεινόμενες δραστηριότητες διερευνητικής και ανακαλυπτικής μάθησης. Σε κάθε περίπτωση, τα πολλαπλά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι και νόμιμα και θεμιτά: Πόσες και ποιες θρησκείες θα διδαχθούν; Πώς αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να δημιουργηθεί σύγχυση ή να παρουσιαστούν φαινόμενα συγκρητισμού; Πώς μπορεί να συνδυάζεται η διδασκαλία θρησκειών του κόσμου με την τοπική συνάφεια και τη διαμόρφωση ταυτότητας των μαθητών; Πώς μπορεί να σχετίζεται με τη χριστιανική αυτοσυνειδησία; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τις θρησκείες; Ως «κλειστά» λογικά συστήματα ομολογιών, πεποιθήσεων και τελετουργικών τυπικών; Ή ως ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών, όπως εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή; Ποια είναι η συνάφεια του πλουραλισμού και της ποικιλίας με τον πολιτισμό και τη θρησκεία;

Τα ζητήματα αυτά επιχειρήθηκε διεθνώς να αντιμετωπιστούν ήδη από τη δεκαετία του 60 και μετά, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα και με αρκετές αναθεωρήσεις έως σήμερα. Ως προς τα ελληνικά πράγματα, με το νέο ΠΣ για πρώτη φορά, πέραν ορισμένων αναφορών για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ στο ισχύον βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού (Κεφάλαιο Στ΄: Ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι), επιχειρείται συστηματικά η διδασκαλία των θρησκειών στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Χρειάζεται, ωστόσο να επισημανθεί ότι από τη δεκαετία του ’90 στο πλαίσιο των κοινωνικών εξελίξεων και των συζητήσεων για τον νέο ρόλο του ΜτΘ, άρχισε να υπογραμμίζεται από τον εκπαιδευτικό θεολογικό κόσμο η σημασία αυτής της διάστασης της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Οι όποιες αντιστάσεις και αρνητικές επιφυλάξεις υπονοούν τη διατήρηση της αντίληψης ενός στενά ομολογιακού ΜτΘ, το οποίο πρέπει να ασχολείται αποκλειστικά με τον Χριστιανισμό[10]. Στο νέο ΠΣ, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, επιχειρείται η υπέρβαση αυτών των επιφυλάξεων και πραγματοποιείται ένα προσεκτικό πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της διδασκαλίας των θρησκειών και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Πρόκειται, όντως, για μια μεγάλη πρόκληση, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μας μπορούν να ανταποκριθούν υπεύθυνα, γόνιμα και δημιουργικά. Άλλωστε, το ελληνικό ΜτΘ έκανε θετικά βήματα, όποτε κατόρθωνε να «αφουγκράζεται» την εποχή και τις ανάγκες της.

Τι προσφέρει, λοιπόν, η γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου σε όλη την υποχρεωτική εκπαίδευση; Το ΜτΘ ανταποκρίνεται στο φυσικό και αναμφισβήτητο ενδιαφέρον των μαθητών για μια γνώση που φέρνει κοντά τους το άγνωστο, το ξένο, το μακρινό, το διαφορετικό άλλων λαών και πολιτισμών. Εξ άλλου, οι συνθήκες της καθημερινότητας, όπως η τεχνολογία, τα ΜΜΕ, η επικοινωνία, οι μεταναστεύσεις, οι μικτοί γάμοι, οι «διαφορετικοί» γείτονες κ.ά., συνεχώς δημιουργούν ποικίλα ερωτήματα γύρω από τους άλλους και τη θρησκευτικότητά τους ήδη από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Η γνώση, λοιπόν, γύρω από τις θρησκείες του κόσμου διευκολύνει τους μαθητές να καλλιεργήσουν τη συστηματικότερη κατανόηση της ζωής των θρησκευτικών ομάδων, του τρόπου με τον οποίο άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και βρίσκουν νόημα, ικανοποίηση και αξία στην καθημερινή τους ζωή, αλλά και να αναπτύξουν στάσεις πραγματικού ενδιαφέροντος για τον «άλλον», διαλόγου και επικοινωνίας με αυτόν. Πρόκειται για ένα άνοιγμα, το οποίο -στον βαθμό που καλλιεργεί το ενδιαφέρον, τη γνώση, την κατανόηση, την ενσυναίσθηση και την επικοινωνία- δεν επιβουλεύεται αλλά ενθαρρύνει με τη σειρά του τους μαθητές να αναγνωρίσουν, να καλλιεργήσουν και να εμπιστευτούν τις δικές τους προσωπικές αξίες και πεποιθήσεις πάνω σε ζητήματα θρησκείας και πίστης.

Στην εποχή μας η γνώση γύρω από τις θρησκείες δεν αποτελεί εξεζητημένη πολυτέλεια, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για να αντιληφθούμε το πολυσύνθετο θρησκευτικό φαινόμενο σε όλο τον κόσμο, σε όλη του την έκταση και σε όλο του το βάθος[11]. Ταυτόχρονα, η πληροφόρηση αυτή συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη και στην απομάκρυνση από φονταμενταλιστικές και ακραίες ιδέες φανατικών, που συνήθως επενδύουν στην ημιμάθεια και στη δαιμονοποίηση του «άλλου», του ξένου και του διαφορετικού. Αναγνωρίζοντας οι μαθητές τον βασικό προσανατολισμό των θρησκειών για τον σεβασμό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και διακρίνοντάς τον από τις παραφυάδες της μισαλλοδοξίας, αντιλαμβάνονται ότι οι θρησκείες μπορούν να έχουν θετική συμβολή στη σταθερότητα και στην εδραίωση της ειρήνης. Έτσι, οι μαθητές αντιλαμβάνονται την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και της αναζήτησης του ιερού και συνειδητοποιούν ότι στη θρησκευτική αναζήτηση και εμπειρία επιβεβαιώνεται η ανάγκη του ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του και να αναφερθεί σε κάτι έξω από αυτόν.

Το κύριο σώμα στο νέο ΠΣ παραμένει ο Χριστιανισμός, ενώ σταδιακά επιχειρείται η προσέγγιση άλλων έξι θρησκειών: του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, του Ινδουϊσμού, του Βουδισμού, του Ταοϊσμού και του Κομφουκιανισμού. Οι αναφορές επικεντρώνονται στον Ιουδαϊσμό και στο Ισλάμ ως θρησκείες που ενδιαφέρουν περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Πέρα από τον αβρααμικό χαρακτήρα τους, οι δύο αυτές θρησκείες συνδέονται ιστορικά και πολιτισμικά με την Ορθόδοξη Παράδοση. Εξ άλλου, η θεσμοθετημένη ύπαρξη της μουσουλμανικής μειονότητας και της ισραηλιτικής θρησκείας ως ανεγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων από την ελληνική πολιτεία, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο εγχείρημα του νέου ΠΣ. Η Ορθοδοξία και γενικότερα ο Χριστιανισμός διατηρεί μιαν ιδιαίτερη και «προνομιακή» θέση στο νέο ΠΣ, εξαιτίας προφανών εκπαιδευτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών λόγων. Η προσέγγισή της σε μια σταδιακή διεύρυνση και εμβάθυνση επιτρέπει σε όλους τους μαθητές να κατανοήσουν τη θρησκεία που αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας. Ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά και συνολικά ο λεγόμενος «δυτικός», είναι βαθύτατα επηρεασμένος και διαμορφωμένος από τον Χριστιανισμό (τέχνη, μουσική, θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, έθιμα, γιορτές, παραδόσεις κ.ά.). Σχεδόν όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη δέσμευσή τους, σχετίζονται ως προς τις θρησκευτικές τους εμπειρίες στην Ελλάδα στενά με τον Χριστιανισμό (αργίες, ναοί, έθιμα, στολισμοί πόλεων κ.ά.). Οι μαθητές συχνά ακούν και χρησιμοποιούν όρους, όπως Θεός, Χριστός, Παναγία, Εκκλησία, προσευχή, αμαρτία, κ.ά. Ο Χριστιανισμός, δηλαδή, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, αποτελεί μέρος των πνευματικών τους εφοδίων. Στον βαθμό που η θρησκευτική εκπαίδευση, όπως άλλωστε και συνολικά η εκπαίδευση, πρόκειται να οικοδομήσει και να επεκτείνει την υπάρχουσα εμπειρία και κατανόηση των μαθητών, φαίνεται επιβεβλημένη ιστορικά και πολιτισμικά η κεντρική θέση της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού στο ΜτΘ. Στο νέο ΠΣ προτείνεται η προσέγγιση του Χριστιανισμού στις πραγματικές -δηλαδή στις ιστορικές του- διαστάσεις: με αφετηρία και επικέντρωση στην Ορθόδοξη παράδοση καταρχήν και τη σταδιακή επέκταση στις άλλες δύο μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (τη Ρωμαιοκαθολική και την Προτεσταντική, όπου και η Αγγλικανική).

Ταυτόχρονα, είναι πολύ σημαντικό για τους μαθητές που προέρχονται από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, γνωρίζοντας τους τύπους και την ουσία του Χριστιανισμού, να εγκλιματισθούν στον πολιτισμό της χώρας στην οποία είναι πλέον πολίτες. Επιπλέον, με τη διευρυμένη μελέτη όλων των διαστάσεων του Χριστιανισμού (δογματικές, ιστορικές, κοινωνικές, λειτουργικές, ηθικές, εμπειρικές) με τρόπο που να δίδονται απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα όλων των ανθρώπων, αναδεικνύεται και ο επιστημονικά ενδεδειγμένος τρόπος προσέγγισης μιας θρησκείας.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επισημανθεί ότι οι βασικές επικρίσεις και αντιδράσεις κατά του νέου ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αφορούσαν κυρίως στη συμπερίληψη θρησκειολογικών στοιχείων και αναφορών. Αρκετοί μάλιστα εκ των επικριτών, είτε απομόνωσαν επιμέρους θρησκειολογικές αναφορές είτε συνέλεξαν όλα τα θρησκειολογικά στοιχεία του νέου ΠΣ και τα ενοποίησαν σκόπιμα για να φανεί ότι το νέο Πρόγραμμα είναι σαφέστατα ή αμιγώς θρησκειολογικό. Οι όποιες αναφορές σε άλλες θρησκείες – όπου αυτό κρίθηκε σκόπιμο – έγιναν στο ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πάντοτε έπειτα από προηγηθείσα εκτενή παρουσίαση των Ορθόδοξων χριστιανικών θεμάτων κάθε ενότητας και πάντως σε ποσοστό όχι άνω του 10% επί της συνολικής διαπραγματευόμενης ύλης κάθε θεματικής ενότητας. Αξίζει να επισημάνουμε ακόμη ότι οι θρησκειολογικές αναφορές στα βιβλία των Θρησκευτικών υπάρχουν ήδη από την δεκαετία του 60 στο Γυμνάσιο, ενώ στο Δημοτικό ήδη με τα ισχύοντα νέα βιβλία του 2003-2006. Συνεπώς, είναι παντελώς ανυπόστατη η κατηγορία ότι στο νέο ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης παραγνωρίζεται ή παραγκωνίζεται η Ορθόδοξη πίστη. Οι μαθητές δεν καλούνται να μελετήσουν σε βάθος άλλες θρησκείες αλλά απλώς να εντάξουν στο πεδίο των θρησκευτικών τους γνώσεων ορισμένα ακόμη στοιχεία για τις θρησκείες αυτές, ενώ στα θέματα του μαθήματος σε όλες τις τάξεις φυσικά και είναι κυρίαρχη η παρουσία της Ορθοδοξίας (πίστη-θεολογία-λατρεία-ζωή-τέχνη). Το νέο αυτό ΠΣ, όμως, δεν μπορούσε να μη λάβει σοβαρά υπόψη του, ότι στον σύγχρονο κόσμο οι μαθητές – ακόμη και των τάξεων του Δημοτικού-έχουν πολλές ευκαιρίες να πληροφορηθούν – συχνά με μη έγκυρο έως και επιζήμιο τρόπο – από πολλές πηγές (τηλεόραση-βιντεοπαιχνίδια-κινηματογράφος-διαδίκτυο), δεδομένα που αφορούν στην πίστη και στη λατρεία ανατολικών κυρίως θρησκειών και των ποικίλων παραφυάδων τους, όπως εμφανίζονται στον δυτικό κόσμο. Επομένως, ένα σοβαρό σχολικό μάθημα Θρησκευτικών, που αισθάνεται το «παλμό» των εξελίξεων στη σύγχρονη κοινωνία, δεν θα ήταν δυνατόν να αδιαφορήσει για τη σωστή και υπεύθυνη ενημέρωση των μικρών μαθητών με απώτερο στόχο την αποφυγή της παραπληροφόρησης και των συνεπαγόμενων κινδύνων. Η διαστρωμάτωση της ύλης σχετικά με την Ορθόδοξη διδασκαλία, με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και με τις λοιπές μεγάλες θρησκείες, είναι απολύτως σαφής και διακριτή τόσο μέσα στο ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης όσο και στο νέο ΠΣ του Λυκείου (2015), όπου δικαιολογούνται με επάρκεια οι θεματικές επιλογές, οι οποίες πάντως κινούνται εντός του νομιμοποιητικού πλαισίου του ισχύοντος νόμου (Ν.1566/85).

Σε κάθε περίπτωση, το ΜτΘ οφείλει στο πλαίσιο λειτουργίας του να διαχειρίζεται τη γνωριμία με τις άλλες θρησκείες, να έχει άποψη για τη θρησκευτική ετερότητα και να εγκαινιάζει ή ενθαρρύνει τον ουσιαστικό διάλογο και την κριτική και ερμηνευτική προσέγγιση του θρησκευτικού φαινομένου εν γένει. Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης αντιλαμβάνονται το ΜτΘ μάλλον ως κλειστό μάθημα που δεν χρειάζεται να διαλέγεται στον δημόσιο χώρο του σχολείου. Ωστόσο, οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλώς οι μόνοι που έχουν διδαχθεί θέματα θρησκειολογίας στις πανεπιστημιακές τους σπουδές, αλλά και εκείνοι που καλούνται στις νέες συνθήκες των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών και του ενεργού πολίτη του κόσμου να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο μετά λόγου γνώσεως προς την κατεύθυνση του αλληλοσεβασμού και της ειρηνικής συνύπαρξης με τη θρησκευτική ετερότητα. Άλλωστε, αρχές όπως η ανοικτότητα, η ανεκτικότητα, η νηφαλιότητα, η οικουμενικότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός του άλλου, ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας και του διαφορετικού πολιτισμού, η ειρηνική συνύπαρξη, ο διάλογος, η ελευθερία κ.ά., αποτελούν όχι απλώς θεωρητικές συλλήψεις της χριστιανικής ή μη χριστιανικής διανόησης αλλά βιωματικές κατακτήσεις της Ορθόδοξης Παράδοσης κατά την μακραίωνα ιστορική της πορεία.


[1] Βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Η πορεία εκπόνησης και πιλοτικής εφαρμογής του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», στον συλλ. τόμο Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 15-34.

[2] Βλ. π.χ. CM/Rec (2008)12/28-7-09), καθώς και τα προτεινόμενα κριτήρια για τη διαμόρφωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε κάθε κράτος μέλος π.χ. Σύσταση 1720/2005 τουΣυμβουλίου της Ευρώπης, Λευκή Βίβλος για τον Διαπολιτισμικό Διάλογο, Toledo Guiding Principles on Teaching about Religions and Beliefs in Public Schools, Intereuropean Commission on Church and School [ICCS] 1992, European Ecumenical Commission for Church and Society [EECCS] 1998, Signposts –Policy and practice for teaching about religions and non-religious world views in intercultural education, Council of Europe, Strasbourg 2014 κ.ά.

[3] Το νέο ΠΣ εκπονήθηκε λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που διαμορφώνουν οι εγκύκλιοι περί απαλλαγής στο ΜτΘ από το Υπουργείο Παιδείας το 2008. Οι διάφορες θέσεις κατά του ΜτΘ, και κυρίως οι πιέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, οδήγησαν το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας το 2008 να εκδώσει εγκυκλίους, βάσει των οποίων οι μαθητές που δεν επιθυμούν την παρακολούθηση των Θρησκευτικών, μπορούν με μια απλή δήλωσή τους, «χωρίς να προβαίνουν σε καμία περαιτέρω διευκρίνιση», δίχως, δηλαδή, να προσδιορίζουν τον λόγο ή το ιδιαίτερο θρήσκευμά τους, να απαλλάσσονται νομίμως. Η έκδοση συμπληρωματικής εγκυκλίου που ορίζει πώς θα απασχολούνται «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι… απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης» δεν έλυσε ικανοποιητικά το ζήτημα. Τόσο η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (Απόφαση3356/95) όσο και ο Συνήγορος του Πολίτη (Πόρισμα 19905.04.2.1/15-11-2004 & Δελτίου Τύπου 31-7-2008), υπερβαίνουν παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, προκειμένου να δοθεί η απαλλαγή στα Θρησκευτικά, απαιτούσε οι γονείς ή οι μαθητές να «δηλώσουν καθ” οιονδήποτε τρόπον, ότι για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι, δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών» (Απόφαση 3356/95). Βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Απαλλαγές στο μάθημα των θρησκευτικών και η ανάγκη νέας ρύθμισης του ζητήματος», Νομοκανονικά 1/2013, σσ. 99-110.

[4] Βλ. τον Συλλογικό Τόμο, Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, επιμ. Στ. Γιαγκάζογλου, Α. Νευροκοπλής, Γ. Στριλιγκάς, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013. Δεληκωσταντή Κ., «Τα θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο: Μάθημα για όλους ή διαφορετικά μαθήματα για ξεχωριστές ομάδες:», Θεολογία 4/2013, σσ. 311-321. Καπετανάκη Γ., «Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο» (βιβλιοπαρουσίαση), Σύναξη 128/2013, σσ. 95-97. Καραμούζη Π., «Η θρησκευτική αγωγή σε μετάβαση. Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Υπερβάσεις και αντινομίες», Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές Στην Ορθόδοξη Θεολογία», Τόμος Β΄, σσ. 201-217. Κουκουνάρα – Λιάγκη Μ., «Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα και αύριο. Μια άποψη με κριτήριο την παιδαγωγική και διδακτική του μαθήματος», Νέα Παιδεία 146/2013, σσ. 123-135.

[5] Ware Kallistos, “The Human Person as an Icon of the Trinity”, Sobornost incorporating Eastern Churches Review 8:2 (1986), σσ. 6-23.Του Ιδίου, Orthodox Theology in the Twenty-First Century, Doxa & Praxis series, WCC Publications, Geneva 2012. Papathanassiou Α., “Christian anthropology for a culture of peace: considering the Church in mission and dialogue today”, in Emmanuel Clapsis (Ed.), Violence and the Christian spirituality, Geneva/Brookline: WCC/Holy Cross Orthodox Press, 2007, σσ. 87-106. Yangazoglou S., «Current understandings of human being and Orthodox anthropology», στον συλλ. τόμο Orthodox Handbook on Ecumenism, Resources for Theological Education, στη σειρά Regnum Studies in Global Christianity, Volos Academy Publications (in partnership with Regnum Books International, Oxford), Volos 2013, σσ. 703-707.

[6] Schweitzer F., Das Recht des Kindes auf Religion (The Children’s Right to Religion), Guetersloher Verlagshaus, Guetersloh 2000. Schreiner P., “Different Approaches to RE / RS in European Schools – the Scandinavian Approach in a Eureopean Contect” in N. A. Tidman (ed) Into the third Millennium … EFTTRE conference August 1998 in Copenhagen, σσ. 111-129.

[7] Βλ. Συμβούλιο της Ευρώπης, Θρησκευτική ετερότητα και διαπολιτισμική εκπαίδευση: ένα βοήθημα για τα σχολεία, Επιμέλεια: John Keast, Μετάφραση: Ναυσικά Χαραλαμπίδου-Άγγελος Βαλλιανάτος, Επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: Άγγελος Βαλλιανάτος, Αθήνα 2007.

[8] Βλ. European Ecumenical Commission for Church and Society [EECCS] 1998. Στις ευρωπαϊκές συζητήσεις γύρω από τα θέματα του ΜτΘ υπογραμμίζεται η ανάγκη να γίνει η ανθρώπινη διάσταση της ζωής τμήμα της μαθησιακής διεργασίας, δηλαδή να συμπεριληφθούν ζητήματα γύρω από «την αναζήτηση νοήματος και απαντήσεων πέρα από την ατομική ζωή, την αμαρτία και τη συγχώρεση, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ευθύνη για τη δημιουργία, την ανθρώπινη αναζήτηση του Θεού και τις απαντήσεις των θρησκευτικών παραδόσεων, την ανοχή, τη δημιουργικότητα, την ηθική πράξη, την ευθύνη για την κοινότητα» (Intereuropean Commission on Church and School [ICCS], 1992.

[9] Βλ. την αναθεωρημένη έκδοση (2014) του ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου σε ειδική ιστοσελίδα του Προγράμματος.

[10] Αυτές είναι οι πάγιες θέσεις των επικριτών του νέου ΠΣ, στις οποίες η επιτροπή εκπόνησης απάντησε με πολλαπλά υπομνήματα. Βλ. σχετικά στον συλλ. τόμο Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013.

[11] Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου Γιαννουλάτου, Ίχνη από την αναζήτηση του Υπερβατικού, Ακρίτας, Αθήνα 2004.

Πηγή: ΚΑΙΡΟΣ

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ “Η αγιογραφία χθες και σήμερα στην Ελλάδα, την Κωνσταντινούπολη και τον ορθόδοξο κόσμο. Διαφορές και παραλληλίες”








ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ

“Η αγιογραφία χθες και σήμερα στην Ελλάδα, την Κωνσταντινούπολη και τον ορθόδοξο κόσμο. Διαφορές και παραλληλίες”

Σάββατο 7 Μαΐου  2016

Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτών
Αίθουσα Α. Μαζαράκη
Δημ. Σούτσου 46, Αμπελόκηποι, Αθήνα


Πρόγραμμα


9:00      Υποδοχή εισηγητών – παραλαβή φακέλων – Χαιρετισμοί

Εναρκτήρια ομιλία:

9:30      Σεβασμιότατος  Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης

«Ο Χριστιανισμός και η αγιογραφία στην Άπω Ανατολή κατά τον ΚΑ΄ αιώνα»


Α΄ συνεδρία

Η αγιογραφία στην Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη από τον 19ο αι. ως τα μέσα του 20ου αι. (μέχρι τον θάνατο του Φ. Κόντογλου)

Προεδρεύει: ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΙΛΕΝΗΣ, Δρ Αρχιτέκτων Πολεοδόμος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Πρόεδρος της
       Πενταμελούς Επιτροπής της Εταιρείας Μελέτης της Καθ’ ημάς Ανατολής

  
10:00    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ,  Δρ Ιστορίας της Τέχνης, Α.Π.Θ.

“Νεοελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική (19ος έως μέσα 20ου αιώνα): φυγόκεντρες τοπικές τάσεις ή αλληλοσυνδεόμενα καλλιτεχνικά κέντρα;”      


10:20    ΕΥΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΑΡΛΑΚ, Δρ  Ιστορίας της Τέχνης, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Işik Κωνσταντινούπολης

“Αγιογραφία και αγιογράφοι στην Κωνσταντινούπολη,  μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839)”


10:40    ΝΙΚΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ, τ. Κοινοτάρχης Μακρινίτσας  Πηλίου, Γενικός Γραμματέας του φορέα Πολιτισμού
“Μαγνήτων Κιβωτός” Ι. Μ. Δημητριάδος

            «Χιονιαδίτες ζωγράφοι»

           
11:00    ΒΑΣΣΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Δρ Θεολογίας Α.Π.Θ., Αντιπρόεδρος  Πολιτιστικής Εστίας ΙΩΝΕΣ, Βόλος

“Η συμβολή του αγιορείτικου εργαστηρίου των Γαλατσιάνων στην εκκλησιαστική ζωγραφική του 19ου αιώνα”


11:20    ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΚΑΤΣΕΛΑΚΗ, Δρ Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης, Προϊσταμένη Τμήματος Εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επικοινωνίας, Δ/νση Μουσείων, ΥΠ.ΠΟ.Α

ΜΑΡΙΑ ΝΑΝΟΥ, ΜΑ Ιστορίας Βυζαντινής Τέχνης, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

«Παράδοση και ακαδημαϊσμός στο αγιογραφικό έργο των Σ. Παπαλουκά, Φ. Κόντογλου και Σ. Βασιλείου: Ρήξη ή σύζευξη;»

11:40    Συζήτηση

12:00    Διάλειμμα-καφές



Β΄ συνεδρία

Συγκρίσεις και συσχετισμοί με την δυτική εικονογραφία

Προεδρεύει: Σεβασμιότατος  Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας κα Τέχνης, Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης


12:20    ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ, ζωγράφος

“Ανατολή- Δύση.  Η σαφής αποτύπωση στη ζωγραφική, δυο διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων”



12:40    ΙΛΙΑΝΑ ΖΑΡΡΑ, Αναπληρώτρια  καθηγήτρια  Ιστορίας της  Τέχνης, Τμήμα Πολιτισμικής  Διαχείρισης & Νέων Τεχνολογιών Πανεπιστημίου Πατρών

Ανατολή ή Δύση: Η αντιβολή παραδοσιακών και δυτικών στοιχείων σε φορητή εικόνα του 19ου  αιώνα και ο ρόλος τους στην εκφορά του νοήματός της.  
                                                   

13:00    Συζήτηση


Γ΄ συνεδρία:

Σύγχρονες τάσεις της ορθόδοξης αγιογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό

Προεδρεύει: ΜΑΡΙΑ ΝΑΝΟΥ, ΜΑ Ιστορίας Βυζαντινής Τέχνης, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου


13:20    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ, Δρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Εικαστικός, Ερευνητής Πανεπιστημίου Αθηνών

             “Τάσεις της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωγραφικής  στη σύγχρονη Ελλάδα”


13:40    π. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ, Πρωτοπρεσβύτερος, αγιογράφος

“Η Σχολή των Αθηνών και η συμβολή του έργου του Γιώργου Κόρδη στη διαμόρφωση της”


14:00    ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΑΚΑΣ, Άρχων αγιογράφος Οικουμενικού Πατριαρχείου

“Η πρωτοποριακή βυζαντινή ζωγραφική και αγιογραφία και η  ανάλυση τού κορυφαίου παγκοσμίως έργου  «Η παγκόσμια συναυλία του Ορφέα»”


14:20    Συζήτηση

14:40    λήξη της Ημερίδας - συμπεράσματα