Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Στυλιανός Τσομπανίδης, Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο: μια πρώτη αποτίμηση

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Πριν από τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και με το βλέμμα στραμμένο σε αυτή, οι προσδοκίες όσον αφορά στο θέμα Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα παρακάτω δύο σημεία:

1) μέσω της Συνόδου της η σύγχρονη Ορθοδοξία να επιβεβαιώσει τη βούλησή της να συμπορευθεί με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες στο δρόμο που οδηγεί προς τη χριστιανική ενότητα. Σε σχέση με αυτό επίσης να επαναβεβαιώσει την υποχρέωση της Ορθοδοξίας να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

2) η Σύνοδος να καθορίσει πιο πειστικά και πιο οριστικά τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο οικουμενικό διάλογο και να πει σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία[1].

Οι προσδοκίες δεν διαψεύσθηκαν. Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»[2] είναι ιστορική και σημαντική: για πρώτη φορά η Ορθόδοξη Εκκλησία επισήμως με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση δηλώνει με σαφήνεια πως «πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου (§ 1) και ταυτόχρονα επικυρώνει και εμπεδώνει -παρά τις αρνητικές φωνές και τη σκληρή κριτική εκ των ένδον- τη βούληση της συνέχισης και ενδυνάμωσης της ενεργού συμμετοχής της «εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα» (§ 6).

Εκτός από το κείμενο που αφορά στις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο με το οποίο ασχολούμαστε εδώ[3], για την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου αξιοπρόσεκτες είναι οι αναφορές της «Εγκυκλίου» και του «Μηνύματος» της Συνόδου, κείμενα που συνοψίζουν τον προβληματισμό, τα ενδιαφέροντα και τον οραματισμό της και περικλείουν πολλές προτάσεις από τα 6 επίσημα κείμενά της. Όπως δηλώνεται, «θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της» («Μήνυμα», Εισαγωγή. Πρβλ. «Εγκύκλιος», Εισαγωγή)[4]. Στην προοπτική αυτή επισημαίνεται ότι «η Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια και τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως με τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς» («Μήνυμα» § 3. Πρβλ. «Εγκύκλιος» § 20). Με αφετηρία τη θέση αυτή τονίζεται επίσης και η αξία του νηφάλιου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της ειρήνης και της καταλλαγής («Μήνυμα» § 4 και «Εγκύκλιος» §§ 17 και 18). Το «Μήνυμα» καταλήγει με τη βαρυσήμαντη παραδοχή ότι η «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα» (§ 12).

Ενώ όμως η Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα α) ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου και β) ως προς τη συναίσθηση του γεγονότος ότι «ἡ κίνησις πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν λαμβάνει νέας μορφάς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τάς νέας συνθήκας καί ἀντιμετωπίσῃ τάς νέας προκλήσεις τοῦ συγχρόνου κόσμου», το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο ως προς το 2ο σημείο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υπάρχει ένα έλλειμμα όχι ως προς την κατανόηση της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά στο πώς την υποστηρίζει, και δεν δίνει πιο πειστική και πιο οριστική απάντηση στο πώς θεωρεί την εκκλησιαστική κατάσταση των χριστιανών με τους οποίους εδώ και πολλές δεκαετίες διαλέγεται και συνεργάζεται. Το θέμα αυτό προκάλεσε τις περισσότερες και πιο έντονες συζητήσεις πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσει να απασχολεί και τη μετασυνοδική πορεία.

Στη Σύνοδο της Κρήτης συνέβη, τηρουμένων των αναλογιών, αυτό που περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ο πρώτος Γενικός Γραμματέας και ιστορικός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) Visser’t Hooft, όταν μετά την πρώτη ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948) επισκέφτηκε την Εκκλησία της Ελλάδος. Διηγείται: «Η πλέον αποκαλυπτική συζήτησις έλαβε χώραν εις εν μοναστήριον, ευρισκόμενον εντός ωραίας τοποθεσίας πλησίον των Αθηνών, όπου συνήντησα τους επισκόπους και τους θεολόγους καθηγητάς, τους έχοντας την κυρίαν ευθύνην δια την οικουμενικήν τακτικήν της Εκκλησίας…. Διησθάνθην βεβαίως ότι το βασικόν ζήτημα ήτο το θέμα περί της Ορθοδόξου αντιλήψεως της Εκκλησίας. Δι’ αυτό ηρώτησα τους παρισταμένους να με είπουν εάν αι Ορθόδοξαι Εκκλησίαι θα ανεγνώριζαν τας μη Ορθοδόξους Εκκλησίας ως αληθείς Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε μία ηλεκτρισμένη συζήτησις μεταξύ αυτών των ιδίων Ελλήνων Θεολόγων, γινομένη εις την Ελληνικήν. Η μετάφρασις ελησμονήθη. Ούτω ηρώτησα ταπεινώς κατά πόσον η σύσκεψις αύτη δεν εκλήθη προς συζήτησιν μετ’ εμού. Όταν κατεβλήθη μια προσπάθεια δια να γίνη μία περίληψις των συζητηθέντων, απεδείχθη ότι τούτο εις την πραγματικότητα ήτο εν άλυτον πρόβλημα. Βεβαίως, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ήτο η αληθής Εκκλησία, αλλ’ υφίσταντο διάφοροι αντιλήψεις όσον αφορά τας εφαρμογάς της πίστεως ταύτης δια την αξιολόγησιν των μη Ορθοδόξων Εκκλησιών» (η υπογράμμιση δική μου)[5].

Εβδομήντα χρόνια μετά από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι πράγματι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από 15 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;»[6]. Πρόκειται για το πιο καυτό θέμα που προκαλείται από τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση.

Ενώ είναι δύσκολο το ζήτημα αυτό, υπήρχε η προσδοκία ότι η Σύνοδος της Κρήτης θα προσέφερε μια βάση για απάντηση. Όμως, όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά πήγε κατά κάποιον τρόπο και πιο πίσω από την πιο ε­πί­ση­μη, έως τη σύγκλησή της, σε πα­νορ­θό­δο­ξο ε­πί­πε­δο τοποθέτηση για το ζήτημα της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τα εκτός των ορίων αυτής υφιστάμενα χριστιανικά σώματα που έγινε το 1986 στην Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη με τα κείμενα «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» και «Σχέ­σεις της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας προς τον λοι­πό χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο». Τα κείμενα αυτά αποτέλεσαν τη βάση και τον κορμό του τελικού κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Η Γ΄ Προσυνοδική ήταν αυτή που ασχολήθηκε πολύ σοβαρά με το επίμαχο θέμα αν οι ετερόδοξοι μπορούν να ονομαστούν Εκκλησίες. Μετά από έναν γόνιμο προβληματισμό η Διάσκεψη δήλωσε ομόφωνα: «Η Ορ­θό­δο­ξος Εκ­κλη­σί­α, ως ού­σα η μί­α, α­γί­α, κα­θο­λι­κή και α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α, έ­χει πλή­ρη συ­νεί­δη­σιν της ευ­θύ­νης αυ­τής δια την ε­νό­τη­τα του χρι­στι­α­νι­κού κό­σμου, α­να­γνω­ρί­ζει την πραγ­μα­τι­κήν ύ­παρ­ξιν ό­λων των χρι­στι­α­νι­κών Εκ­κλη­σι­ών και Ομο­λο­γι­ών, αλ­λά και πι­στεύ­ει ό­τι αι προς ταύ­τας σχέ­σεις αυ­τής πρέ­πει να στη­ρί­ζων­ται ε­πί της υ­π’ αυ­τών ό­σον έ­νε­στι τα­χυ­τέ­ρας και αν­τι­κει­με­νι­κω­τέ­ρας α­πο­σα­φη­νί­σε­ως του ό­λου εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κού θέ­μα­τος…»[7].

Για περισσότερα: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου